Πραγματικά, αν θέλετε να μην εκνευριστείτε, μην επιχειρήσετε να πατήσετε τα παραπάνω λινκ. Είναι όλα αγαπημένα μου και με ξενυχτάνε σήμερα, για τελείως διαφορετικούς λόγους, προκαλώντας τελείως διαφορετικά συναισθήματα Ας πούμε ότι είναι μια ιδιότυπη "playlist".
..να παίζει ώσπου να σηκωθείς απ' το κρεβάτι.
..άμα σε βασανίζει ο έρως και είσαι σε "εναλλακτική" διάθεση.
..αν είσαι ψυχάκι με τη συγκεκριμένη ταινία.
..αν είσαι αρκετά παρατηρητικός και διασκεδάζεις με την φωτογραφία του Όσκαρ Γουάηλντ στον τοίχο στην αρχή.
..αν εκτιμάς τα υπέροχα φινάλε.
..αν αυτή η οπτικοποίση του Glendora σε κάνει να χαμογελάς.
..αν είναι μια από τις μέρες που το πιστεύεις.
..αν πάντα πίστευες ότι οι φράουλες έχουν κάτι μαγικό.
..αν αυτόν τον τύπο τον συγχωρείς ό,τι τραγούδι κι αν επιμένει να λέει. Ό,τι.
..αν οι στίχοι αυτού του τραγουδιού δεν σε τρομάζουν με την αλήθεια τους.
..αν θες να πιεις τον απογευματινό καφέ σου στην "άγρια πλευρά".
..αν σου αρέσει η ταινία όσο και το τραγούδι, παρά τη διαφορετικότητά τους.
Συγνώμη, ήθελα πολύ να το κάνω. Δεν μπορούσα να κρατηθώ. Συγνώμη και πάλι.
Δευτέρα 14 Ιουνίου 2010
Είδα χθες το A single man. Υπέροχο. Εμένα τουλάχιστον μου άρεσε πάρα πολύ. Έντονα συναισθήματα και μια κάποια πίκρα, γιατί είδα λίγο το μέλλον μου νομίζω, στο πρόσωπο την Charlie (Julianne Moore). Δεν μπορώ να πω παραπάνω, γιατί θα σας το χαλάσω και μου έχει πάρει έξι χρόνια να μάθω να μη λέω το τέλος από τις ταινίες (και δεν τα καταφέρνω πάντα).
Επίσης, τελείωσα το Ένστικτο της Ευτυχίας του Μωρουά, που τελικά το είχα αδικήσει λέγοντας ότι μιλάει για δροσερά πράσινα λιβάδια. Μιλάει αρκετά αναλυτικά για τις προκαταλήψεις και την ηθική που χαρακτήριζε μια εποχή, για ανθρώπους που συγχωρούν, για θεοσεβούμενες κυρίες με αμαρτωλό παρελθόν, αλλά σκληρές και μισάνθρωπες. Έχει ενδιαφέροντες χαρακτήρες. Μου έφερε στο νου αυτόν τον στίχο, τραγουδισμένο από τον Γ. Παλαμίδα "..Αλίμονο στους δυνατούς κι ευαίσθητους
εξουσιάζονται απ' τους αδύναμους κι αναίσθητους.." (Αλίμονο, Λένα Πλάτωνος). Πάντως αν έπρεπε να προτείνω ένα βιβλίο, δεν θα ήταν αυτό.
Σήμερα πήγα από τα Public για ανεφοδιασμό. Στο δρόμο αναρωτήθηκα για ακόμη μια φορά γιατί δεν βρίσκεται κάποιος να επιστρέψει τα ζώα που ζουν ανάμεσά μας στη ζούγκλα. Να μην υποφέρουμε ούτε εμείς, ούτε αυτά. Μιλάω για εκείνους τους ανθρώπους που δεν αντιλαμβάνονται ότι αντί για "τι ώρα είναι; ε;", θα μπορούσαν να πουν "συγνώμη, τι ώρα είναι;" ή ακόμη "καλημέρα, μήπως ξέρετε τι ώρα είναι;" ή ακόμη "μήπως έχετε ώρα;". Το ίδιο και με το "πού κάνει τέρμα το λεωφορείο;" μετά από σκούντημα. Ναι, ξέρω, είμαι ξινή, είμαι στριμένη, είμαι τυπολάτρης, είμαι σνομπ. Αλλά "μήπως θα μπορούσατε σας παρακαλώ να μου πείτε τι ώρα είναι;", γαμώ το κέρατό μου;
Τέλος πάντων, στα Public πήγα με στόχο να βρω κανένα βιβλίο που θα με κάνει σοφότερη. Παρ' όλα αυτά δεν βρήκα τίποτα σε δοκίμιο ή κριτική που να με πείθει και έτσι κατέληξα στο "Ψηλή σηκώστε στέγη ξυλουργοί/ Σίμορ, συστατικά στοιχεία" του Σάλιντζερ και στο "Ταξίδι στην άκρη της νύχτας" του Σελίν, για τον οποίο ο Εβραίος Ροθ γράφει "Για να πω την αλήθεια, στη Γαλλία ο "Προυστ" μου είναι ο Σελίν! Ιδού ένας πολύ μεγάλος συγγραφέας Ακόμα και αν ο αντισημιτισμός του τον καθιστά πλάσμα ελεεινό, ανυπόφορο. Για να τον διαβάσω, πρέπει να αναστείλω την εβραϊκή μου συνείδηση, αλλά το κάνω, γατί ο αντισημιτισμός δεν βρίσκεται στην καρδιά των βιβλίων του. Ο Σελίν είναι μεγάλος ελευθερωτής, νιώθω σα να με καλεί η φωνή του.". Καθότι, λοιπόν, πριν δυο μέρες τελείωσα τον Ροθ (όχι όλον, εκείνο το βιβλίο που διάβαζα), σκέφτηκα ότι ήταν κάτι παραπάνω από σύμπτωση που βρέθηκε μπροστά μου ο Σελίν.
Σκεφτόμουν να πάρω Ντε Σαντ, "Ο Δήμιος και το Θύμα του", αλλά επειδή έχω βουλιάξει στον κυνισμό τελευταία και νιώθω ότι αρχίζω και διαβρώνομαι κάπως, είπα να στραφώ σε κάτι που να με γεμίζει διαφορετικά. Έτσι κι αλλιώς η πρόκληση είναι να ΜΗΝ είσαι μισάνθρωπος. Για μένα, τουλάχιστον.
Υ.Γ.: Συζητούσα με κάποιον κάποτε ότι αν διαβάσεις και καταλάβεις τα: "Ο Μικρός Πρίγκιπας", "Ο Γλάρος Ιωνάθαν", "Θαυμαστός καινούριος κόσμος" και Ιούλιο Βερν, είσαι σοφός και καλύτερος άνθρωπος. Εξακολουθώ να το πιστεύω. Απλώς δεν είναι καθόλου εύκολο να κάνεις τρόπο ζωής τις υπόγειες ή όχι και τόσο υπόγειες "διδαχές" αυτών των βιβλίων.
Επίσης, τελείωσα το Ένστικτο της Ευτυχίας του Μωρουά, που τελικά το είχα αδικήσει λέγοντας ότι μιλάει για δροσερά πράσινα λιβάδια. Μιλάει αρκετά αναλυτικά για τις προκαταλήψεις και την ηθική που χαρακτήριζε μια εποχή, για ανθρώπους που συγχωρούν, για θεοσεβούμενες κυρίες με αμαρτωλό παρελθόν, αλλά σκληρές και μισάνθρωπες. Έχει ενδιαφέροντες χαρακτήρες. Μου έφερε στο νου αυτόν τον στίχο, τραγουδισμένο από τον Γ. Παλαμίδα "..Αλίμονο στους δυνατούς κι ευαίσθητους
εξουσιάζονται απ' τους αδύναμους κι αναίσθητους.." (Αλίμονο, Λένα Πλάτωνος). Πάντως αν έπρεπε να προτείνω ένα βιβλίο, δεν θα ήταν αυτό.
Σήμερα πήγα από τα Public για ανεφοδιασμό. Στο δρόμο αναρωτήθηκα για ακόμη μια φορά γιατί δεν βρίσκεται κάποιος να επιστρέψει τα ζώα που ζουν ανάμεσά μας στη ζούγκλα. Να μην υποφέρουμε ούτε εμείς, ούτε αυτά. Μιλάω για εκείνους τους ανθρώπους που δεν αντιλαμβάνονται ότι αντί για "τι ώρα είναι; ε;", θα μπορούσαν να πουν "συγνώμη, τι ώρα είναι;" ή ακόμη "καλημέρα, μήπως ξέρετε τι ώρα είναι;" ή ακόμη "μήπως έχετε ώρα;". Το ίδιο και με το "πού κάνει τέρμα το λεωφορείο;" μετά από σκούντημα. Ναι, ξέρω, είμαι ξινή, είμαι στριμένη, είμαι τυπολάτρης, είμαι σνομπ. Αλλά "μήπως θα μπορούσατε σας παρακαλώ να μου πείτε τι ώρα είναι;", γαμώ το κέρατό μου;
Τέλος πάντων, στα Public πήγα με στόχο να βρω κανένα βιβλίο που θα με κάνει σοφότερη. Παρ' όλα αυτά δεν βρήκα τίποτα σε δοκίμιο ή κριτική που να με πείθει και έτσι κατέληξα στο "Ψηλή σηκώστε στέγη ξυλουργοί/ Σίμορ, συστατικά στοιχεία" του Σάλιντζερ και στο "Ταξίδι στην άκρη της νύχτας" του Σελίν, για τον οποίο ο Εβραίος Ροθ γράφει "Για να πω την αλήθεια, στη Γαλλία ο "Προυστ" μου είναι ο Σελίν! Ιδού ένας πολύ μεγάλος συγγραφέας Ακόμα και αν ο αντισημιτισμός του τον καθιστά πλάσμα ελεεινό, ανυπόφορο. Για να τον διαβάσω, πρέπει να αναστείλω την εβραϊκή μου συνείδηση, αλλά το κάνω, γατί ο αντισημιτισμός δεν βρίσκεται στην καρδιά των βιβλίων του. Ο Σελίν είναι μεγάλος ελευθερωτής, νιώθω σα να με καλεί η φωνή του.". Καθότι, λοιπόν, πριν δυο μέρες τελείωσα τον Ροθ (όχι όλον, εκείνο το βιβλίο που διάβαζα), σκέφτηκα ότι ήταν κάτι παραπάνω από σύμπτωση που βρέθηκε μπροστά μου ο Σελίν.
Σκεφτόμουν να πάρω Ντε Σαντ, "Ο Δήμιος και το Θύμα του", αλλά επειδή έχω βουλιάξει στον κυνισμό τελευταία και νιώθω ότι αρχίζω και διαβρώνομαι κάπως, είπα να στραφώ σε κάτι που να με γεμίζει διαφορετικά. Έτσι κι αλλιώς η πρόκληση είναι να ΜΗΝ είσαι μισάνθρωπος. Για μένα, τουλάχιστον.
Υ.Γ.: Συζητούσα με κάποιον κάποτε ότι αν διαβάσεις και καταλάβεις τα: "Ο Μικρός Πρίγκιπας", "Ο Γλάρος Ιωνάθαν", "Θαυμαστός καινούριος κόσμος" και Ιούλιο Βερν, είσαι σοφός και καλύτερος άνθρωπος. Εξακολουθώ να το πιστεύω. Απλώς δεν είναι καθόλου εύκολο να κάνεις τρόπο ζωής τις υπόγειες ή όχι και τόσο υπόγειες "διδαχές" αυτών των βιβλίων.
Κυριακή 13 Ιουνίου 2010
Χθες. Ξύπνημα το μεσημεράκι, κατά τις 12. Η Α. ήταν στο γραφείο σαββατιάτικα Εγώ στο σπίτι. Και οι δυο στο msn. Τελείωσα τη Νόσο του Πόρντνοϋ, που όπως ανακαλύψαμε με τον Α., λέγεται έτσι, γιατί είναι παλιό αντίτυπο, ενώ οι καινούριες εκδόσεις έχουν τίτλο "Σύνδρομο Πορτνόι" (βλέπετε, αλλάζει και η ορθογραφία). Πολύ καλό, το συστήνω ανεπιφύλακτα Όπως και το Unmade Beds, που είδα την Παρασκευή και ξέχασα να το σχολιάσω. Πολύ τρυφερό, χωρίς να είναι γλυκανάλατο, ήταν όμως γλυκόπικρο. Πανέμορφα χρώματα, μου άρεσε που ήταν θολά πολλά πλάνα, ήταν λίγο σαν όνειρο.Χθες μίλησα και με τον αδελφό μου αρκετή ώρα, είχαμε καιρό να τα πούμε, καθώς και με τον Σ.. Είχα λίγο ανάγκη από τους δικούς μου ανθρώπους. Κάλεσα και την Α. να έρθει από το σπίτι μετά τη δουλειά (τη δουλειά, σαββατιάτικα). Μαγείρεψα ριζότο με γαρίδες, μπέικον, κάππαρη και φρέσκια ντομάτα και το τσακίσαμε στην κουζίνα. Συζητούσαμε πολλή ώρα για διάφορα καπνίζοντας μπροστά στον ανεμιστήρα στο σαλόνι. Συνειδητοποίησα ότι τελικά μπορώ να οικειοποιηθώ το πατρικό μου μια χαρά, όταν είμαι μόνη σ' αυτό. Καταλήξαμε να λέμε ξανά για τα "τραύματα" της διπλωματικής στην αρχή πάντα διασκεδάζουμε, γιατί όλα αυτά έχουν τελειώσει, αλλά τελικά πάντα παθαίνουμε κατάθλιψη με το πόσο βασανιστήκαμε. Από μαζοχισμό και από ηλιθιότητα και υποταγή στα σαδιστικά πειράματα των διδασκόντων. Συνειδητοποιήσαμε ότι τρώγαμε επί ένα χρόνο αποκλειστικά ντιλίβερι (ευτυχώς στην Ξάνθη τα ντιλίβερι είναι καταπληκτικά: γιαουρτλού από τα Φιλαράκια, μακαρονάδες και πίτσες από τη Νάπολι, μπέργκερ και τυροκροκέτες και κρασιά από το Ντέηλυς, κάποιες φορές πίττες απ' το Ντερλίσιμο) και ότι δεν έχει καμία λογική βάση το ότι δεν παχύναμε. Καθότι από θυροειδή δεν πάσχουμε, καταλήξαμε ότι έχει να κάνει με τα νεύρα μας και τις καύσεις που κάνουμε με το να τεντώνονται και να χαλαρώνουν κάθε τρία δευτερόλεπτα Είχα αναπτύξει πάλι μια παρόμοια θεωρία παλιότερα, αλλά χθες με την Α. το επιβεβαιώσαμε, γιατί το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με εκείνη. Πέρα από τα απαράδεκτα φαγητά, το τελευταίο τρίμηνο καταναλώναμε και τεράστιες ποσότητες αλκοόλ στη σχολή. Ήταν μια τραγική κατάσταση, όπου κάναμε σχέδια με μολύβι 1.5 μέτρο επί 0.5 περίπου, με διαγραμμίσεις ανά μισό χιλιοστό (χωρίς υπερβολή). Κάθε σχέδιο έπαιρνε 4 μέρες περίπου, με 13 ώρες τη μέρα καθαρές σίγουρα (χωρίς φαγητό και καμένα βιντεάκια στο γιου τιουμπ δηλαδή) και τραβούσαμε γραμμούλες έχοντας ανάμεσά μας ένα μπουκάλι κρασί κι έναν ανεμιστήρα. Αυτό ήταν το περσινό μας καλοκαίρι. Αναρωτιόμασταν γιατί κανένας δεν μας έλεγε ότι δεν την παλεύουμε και να φύγουμε από εκεί μέσα και θυμηθήκαμε ότι: 1. υπήρχαν κάποιοι που μας το έλεγαν και απαντούσαμε ότι αν φύγουμε δεν θα ξαναγυρίσουμε ποτέ και 2.οι υπόλοιποι μας έλεγαν μόνο "ναι", γιατί ήμασταν τελείως τρελές.
Όλα αυτά θα τα θυμόμουν με πολύ λιγότερες ανατριχίλες αν δεν μου είχε μείνει το ξαφνικό κουσούρι να ξεσπάω σε κλάματα τόσο εύκολα, που εμφανίστηκε πέρυσι μετά το Πάσχα και είναι ακόμη εδώ, μαζί μου.
Τέλος πάντων, μετά τις συζητήσεις για τη διπλωματική, ήρθε ο Γ. να πάρει την Α., να πάνε για ποτάκι, και επειδή εγώ είμαι τόσο γριά και ξενέρωτη και πάλι μου τελείωσε η διάθεση για πάρτι και δεν ήθελα να βγω, αποφάσισαν να μείνουν να πιούμε μια μπύρα. Ο Γ. πρότεινε να ανέβουμε στην ταράτσα, να μας χτυπήσει λίγο ο αέρας, που ήταν μια από τις καλύτερες ιδέες που έχω ακούσει τελευταία, γιατί εγώ ήμουν εντελώς ζαβλακωμένη (το ίδιο κι αυτός, απ' τη μπάλα-βλ. Δωμάτιο Αγοριών, στα λίνκς). Περνούσαμε πολύ ωραία στην ταράτσα, αν και η Α. πέρασε το πρώτο εικοσάλεπτο λέγοντας στη χελώνα "πουυυυυυ είσαι 'συ κοπέέέέέλα μου?? πουυυυ είσαι συ κούκλα μου?? Μ' αγαπάει!!! Είδατε?! Με κοίταξε!". Ε, μετά, εμπνευσμένοι από το περιβάλλον, αρχίσαμε τις ιστορίες με ζωάκια. έμαθα ότι κανονικά τον σκορπιό τον σκοτώνεις κάνοντας έναν κύκλο με οινόπνευμα γύρω του και βάζοντας φωτιά, οπότε αυτοκτονεί με το κεντρί του. Μετά θυμηθήκαμε τα Λέμμινγκς, κάτι τρωκτικά που αυτοκτονούν ομαδικά πέφτοντας απ' τον γκρεμό όταν έχουν πρόβλημα υπερπληθυσμού Ύστερα θυμηθήκαμε τον Τότο, το μικρό Τσιτάχ από ένα ντοκιμαντέρ του Σκάι, που το σκότωσαν οι ουρακοτάγκοι και η Α. το είχε κλάψει λες και ήταν παιδί της. Μετά ακολούθησαν μερικές ιστορίες με δελφίνια, καρχαρίες, σμέρνες, ένα χταπόδι, πολλά σκυλιά (όλα νευρικά). Κι εκεί που περνούσαμε τόσο καλά, κάτι φτερούγισε και κάθισε στην πλάτη μου. Ήταν μια μεγάλη (μεγάάάάλη) ξανθιά κατσαρίδα. Ρώτησα (είχα τιναχτεί λίγο πάνω) αν είναι κατσαρίδα, ακούστηκαν κάτι πνιχτές κραυγές, και την είδαμε να κάθεται μεγαλόπρεπα σ' ένα από τα φύλλα της καλαμιάς. Εντάξει, σιχαινόμαστε και φοβόμαστε τις κατσαρίδες και οι τρεις. Εγώ ίσως λίγο λιγότερο, γιατί τις έχω πάρει απόφαση, λόγω παλιάς πολυκατοικίας και λίμνης. Και επειδή εκείνη δεν είχε πρόθεση να φύγει, αποφασίσαμε να πάμε πάλι στην κουζίνα για ένα τελευταίο τσιγάρο. Ύστερα τα παιδιά πήγαν για ποτό, κι εγώ κάθισα σπίτι και ξεκίνησα να διαβάζω "Το ένστικτο της Ευτυχίας" (του Αντρέ Μωρουά), το οποίο πάει καλά μέχρι στιγμής και είναι ωραίο για καλοκαίρι, γιατί έχει πολλές περιγραφές με δροσερά λιβάδια και καπέλα και τέτοια (εκτυλίσσεται το 1928 προς το παρόν και δεν νομίζω να πάει και πολύ μακριά). Δε νομίζω ότι θα με κάνει σοφότερη, αλλά αύριο θα πάω από Public και θα δω τι μπορώ να κάνω γι' αυτό.
Σάββατο 12 Ιουνίου 2010
Χθές ήταν τα εγκαίνια της έκθεσης του Metropolis. Στην ουσία ήταν μια καλή ευκαιρία να βρεθούμε όλοι μαζί, παρά τις εξεταστικές, τις δουλειές, το Μουντιάλ κλπ.. Εγώ είχα αποφασίσει ότι θα έπρεπε να διασκεδάσω με κάποιο τρόπο τον κόσμο και αφού η διάθεσή μου είναι σαν ένα χρυσόψαρο που έχει ήδη αναποδογυρίσει μέσα στη γυάλα και απλώς περιμένει να βγει η τελευταία του πνοή, έπρεπε να βρω κάποιον άλλο τρόπο ψυχαγωγίας. Οπότε έβαλα ένα μακρύ, μεταξωτό, πολύχρωμο φόρεμα (το οποίο η Α. αποκαλεί αμφίεση της πριγκίπισσας Σίσσυ), έβαλα και κάτι ασημένια σκουλαρίκια με γαλάζιες πέτρες και μετά έκανα τα μαλλιά μου μοϊκάνα Ναι. Ναι τόσο κάψιμο. Όχι ότι ξύρισα και τα πλαϊνά, είναι κοντά-κοντά έτσι κι αλλιώς, αλλά είχα ένα λοφίο που αμφιβάλλω αν χώρεσε ολόκληρο σε καμία φωτογραφία. Και όντως, ο κόσμος ψυχαγωγήθηκε αρκούντως. Άξιζε τον κόπο. Πέρα παό τη δική μου σουρεαλιστική εμφάνιση, τα κοριτσάκια ήταν όλα στολισμένα και καθώς πρέπει: η Μ., που χθες ήταν και η "πρώτη κυρία", καθώς το αμόρε της, ο Α., έβγαλε λόγο, με ένα ασπρόμαυρο φουστανάκι και πλατφόρμες, η Σ. κατευθείαν από το γραφείο, παρ' όλα αυτά με γόβες με φιογκάκια και ένα πολύ ωραίο γκρι παντελόνι, η Α. με το κολλητό μαύρο φόρεμα (που είναι απλώς ΤΟ κολλητό μαύρο φόρεμα), η Σ. με μια αέρινη μπλούζα με όλη την πλάτη έξω και τώρα που το σκέφτομαι νομίζω ότι κρεμόταν και μια μωβ ΚΑΡΔΟΥΛΑ από το λαιμό της (?! πότε έγινε η Σ. τόσο ρομαντικό πλάσμα?!). Τα αγόρια, αγόρια είναι, ποιος νοιάζεται τι φορούσαν. Ήδη ο Γ. θα με κράζει από μέσα του που μιλάω για ρούχα τόσην ώρα, αλλά αδιαφορώ. Τα αγόρια, λοιπόν, ήταν όλα εκεί. Ο Σ. και ο Αλέξανδρος Χ. είχαν ένα λόγο παραπάνω, καθώς εκτίθεντο. Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Σ. άρεσαν σε όλους, και ειδικά εκείνη με το περιστέρι και τον μακάβριο λεκκέ δίπλα του. Ο Αλέξανδρος Χ. μπορεί να τα πήγε καλά με αυτό το βίντεο, αλλά τώρα ανυπομονεί για το επόμενο. Ο Α. έβγαλε λόγο και μετά είπε ότι δεν θέλει ποτέ να ξανα-αναφερθεί αυτό (ουπς, μόλις αναφέρθηκε). Ήταν και ο άλλος Γ, καθώς και ο Χιχι, και η άλλη Σ.. Και γενικά μαζεύτηκε αρκετός κόσμος και ήταν ωραία, είχε και τζάμπα Amstel Pulse (που είναι λίγο μπούρδα και όχι μπύρα) και σανγκρία.
Μετά πήγαμε στην πλατεία Μαβίλη για μπύρα και πατάτες τηγανητές (εγώ μόνο πατάτες τηγανητές) όλοι μαζί και άρχισε πάλι το θέμα με τις διακοπές και ήξερα ότι θα γίνει αυτό ("μα έλα!", "όχι!", "μα γιατί", "έτσι. Δεν μπορώ τους αποχωρισμούς", "ε, πες τώρα γιατί δεν έρχεσαι", "όχι" κλπ κλπ) . Αλλά αυτή τη φορά ήταν η Α. μαζί μου και με στήριξε. Μετά προσπαθούσαν να αποφασίσουν για μέρος διακοπών και ο Αλέξανδρος Χ. είπε ότι θέλει να πάει μόνο σε μέρη που έχουν δοξαστεί οι Έλληνες ".. Πλαταιές, Μυκάλη..". Ακόμη δεν έχουν αποφασίσει.
Επίσης, με το που γύρισα σπίτι, είχα φανταστικά νέα από τον Ν., τον οποίο τον πήραν για πρακτική σε μια μεγάλη εταιρία στη Χάγη και του ανέθεσαν απευθείας ένα πρότζεκ, επειδή απάντησε σωστά σε κάποιες ερωτήσεις με διαγράμματα, στις οποίες πήγαιναν όλοι άπατα. Επίσης, φαντάζομαι, επειδή δεν είχε προσδοκίες και ήταν άνετος και γελαστός. Και τα νέα ήταν ευχάριστα, πέρα από το ότι χαίρομαι γι' αυτόν, και γιατί είναι μια απόδειξη ότι όντως, υπάρχουν ευκαιρίες, ότι η γλώσσα δεν αποτελεί εμπόδιο (καταλαβαίνετε, αυτό έχει να κάνει με τον πόνο μου με τα Ολλανδικά) και ότι πρέπει να πιστέψουμε στους εαυτούς μας, γιατί να, υπάρχουν πάντα άλλοι που πιστεύουν σε μας :)
Μετά πήγαμε στην πλατεία Μαβίλη για μπύρα και πατάτες τηγανητές (εγώ μόνο πατάτες τηγανητές) όλοι μαζί και άρχισε πάλι το θέμα με τις διακοπές και ήξερα ότι θα γίνει αυτό ("μα έλα!", "όχι!", "μα γιατί", "έτσι. Δεν μπορώ τους αποχωρισμούς", "ε, πες τώρα γιατί δεν έρχεσαι", "όχι" κλπ κλπ) . Αλλά αυτή τη φορά ήταν η Α. μαζί μου και με στήριξε. Μετά προσπαθούσαν να αποφασίσουν για μέρος διακοπών και ο Αλέξανδρος Χ. είπε ότι θέλει να πάει μόνο σε μέρη που έχουν δοξαστεί οι Έλληνες ".. Πλαταιές, Μυκάλη..". Ακόμη δεν έχουν αποφασίσει.
Επίσης, με το που γύρισα σπίτι, είχα φανταστικά νέα από τον Ν., τον οποίο τον πήραν για πρακτική σε μια μεγάλη εταιρία στη Χάγη και του ανέθεσαν απευθείας ένα πρότζεκ, επειδή απάντησε σωστά σε κάποιες ερωτήσεις με διαγράμματα, στις οποίες πήγαιναν όλοι άπατα. Επίσης, φαντάζομαι, επειδή δεν είχε προσδοκίες και ήταν άνετος και γελαστός. Και τα νέα ήταν ευχάριστα, πέρα από το ότι χαίρομαι γι' αυτόν, και γιατί είναι μια απόδειξη ότι όντως, υπάρχουν ευκαιρίες, ότι η γλώσσα δεν αποτελεί εμπόδιο (καταλαβαίνετε, αυτό έχει να κάνει με τον πόνο μου με τα Ολλανδικά) και ότι πρέπει να πιστέψουμε στους εαυτούς μας, γιατί να, υπάρχουν πάντα άλλοι που πιστεύουν σε μας :)
Παρασκευή 11 Ιουνίου 2010
Το μόνο πράγμα για το οποίο δεν αναρωτιέμαι σε αυτή τη ζωή από που προέκυψε, είναι τα ενδιαφέροντά μου και το πως κατέληξα να είμαι αρχιτέκτονας και να γράφω πότε-πότε (εντάξει συνέχεια-αλλά κυρίως κουταμάρες). Η μαμά μου έμαθε ανάγνωση στα τέσσερα και το καλοκαίρι πριν πάω νήπιο παίζαμε το εξής παιχνίδι (αφού είχα διαβάσει το πρώτο μου βιβλίο-Το Άσπρο Ελεφαντάκι, του Αλτάν):-Τι είναι αυτό;
-Ένα τραπέζι.
-Μπράβο. τώρα ας κάνουμε την προτασούλα λίγο πιο μεγάλη Τι τραπέζι είναι;
-Ένα τετράγωνο τραπέζι.
-Όλη μαζί την προτασούλα, και λίγο πιο μεγάλη.
-Αυτό είναι ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι.
.. Και πάει λέγοντας. Όπως καταλαβαίνετε, εγώ η αθώα, νόμιζα ότι πρόκειται όντως για παιχνίδι. Σε τέτοιο σημείο (έφτανε η αφέλειά μου) που πήγαινα και της ζητούσα εγώ η ίδια να το παίξουμε. Το αποτέλεσμα ήταν στη δευτέρα δημοτικού οι εκθέσεις μου να έχουν προτάσεις του στυλ "στον μεγάλο κήπο της η ψηλή γιαγιά μου έχει πολλά όμορφα λουλούδια, κόκκινα, κίτρινα πράσινα και μεγάλα δέντρα με παχιά σκιά". Παράλογο. Νομίζω κάπου στην τετάρτη δημοτικού κατάλαβα ότι υπάρχει κι άλλος τρόπος να γράφεις πολλά πράγματα και όχι απλώς το να παραθέτεις επίθετα. Νομίζω δεν είναι πολύ απογοητευτικό, δεδομένου ότι υπάρχουν συγγραφείς που δεν το έμαθαν ποτέ.
Επομένως η μαμά μου είναι σαφώς υπεύθυνη για τη μανία μου με το γράψιμο. Και με το διάβασμα. Γιατί κάθε βδομάδα ερχόταν στο σπίτι κι άλλο παιδικό βιβλίο. Και κάθε Αύγουστο, καμιά δεκαριά παιδικά βιβλία, μαζί με τεράστια μπολ σταφύλια. Νομίζω ότι εκείνοι οι "Αύγουστοι" του δημοτικού στο χωριό ήταν η πιο ήρεμη περίοδος της ζωής μου. Διάβαζα όλη μέρα, έτρωγα σταφύλια και μελοβούτυρο με ζυμωτό ψωμί, έπαιζα λίγο ξύλο με τον αδελφό μου και το βράδυ βγαίναμε στην πλατεία με τα άλλα παιδιά και λέγαμε ιστορίες με φαντάσματα. Μαγική περίοδος. Μετά δυστυχώς μεγάλωσα και κατάλαβα ότι δεν έχω κάτι να πω με τα υπόλοιπα παιδιά, είχαμε πάρει τελείως διαφορετικούς δρόμους, απομακρυνθήκαμε (φταίω αποκλειστικά εγώ, αλλά ήταν μονόδρομος) και έμεινα απλώς να διαβάζω στο σπίτι, πράγμα που εξακολουθεί όμως να με ηρεμεί τρομακτικά πολύ. Το βουνό είναι απέναντι από το μπαλκόνι, και από το πίσω μπαλκόνι, και δίπλα στον κήπο και.. παντού. Ο παππούς και η γιαγιά περιποιητικοί και διακριτικοί. Το μεσημεριανό σερβίρεται στη μία, το βραδινό στις οκτώ. Ξέρεις τι να περιμένεις. Χρειάζεται κι αυτό πότε-πότε σε άτομα σαν εμένα που έχουν κάνει το αναπάντεχο χόμπυ.
Αλλά έχασα το στόχο.
Λοιπόν, η μαμά "φταίει" για τις γλώσσες (εντάξει και η γιαγιά, που με γύρισε το πρώτο καλοκαίρι που πήγα Γερμανία στους γονείς μου και είχα ξεχάσει όλα μου τα ελληνικά-πάλι στα τέσσερα).
Ο μπαμπάς "φταίει" για όλα τα υπόλοιπα. Δεν ξέρω αν έχω αναφέρει ότι στην πέμπτη δημοτικού πήγε και ρώτησε τον δάσκαλο τι θα γίνει με τα κενά μου από την ανεμοβλογιά.. Τον ρώτησε για την ακρίβεια, "το παιδί δεν ξέρει πόσο κάνει j στο τετράγωνο!". Ο κύριος Μιχάλης, που μου είχε και μια αδυναμία, ε.. μετά που είδε τι περνάω μου είχε ακόμη μεγαλύτερη. Το σπίτι μας ήταν και είναι γεμάτο με βιβλία "how to..". Ο μπαμπάς άλλαζε χόμπυ ανά εξάμηνο (τώρα έχει περιοριστεί στην βάρκα-που την τροποποιεί κάθε βδομάδα στην ταράτσα-ναυπηγείο, και στην ταράτσα και τα ζώα). Μας πήρε τρενάκι Μέρκλιν όταν ήμουν τριών, μας πήρε τηλεκατευθυνόμενα στα πέντε.. Και πάντα πληγωνόταν που δεν παίζαμε με τα παιχνίδια που διάλεγε και αν παίζαμε σπάγανε. Ήταν μονίμως δέκα χρόνια μπροστά. Όχι με την καλή έννοια :Ρ. Παρ' ότι προσπαθούσαν να ανακαλύψουν κάθε μας κλίση, με τη μουσική έπεσαν πάνω σε τοίχο. Και με 'μένα και με τον μικρό. Εκεί δεν.. Με τίποτα. Τέλος πάντων, όταν το αποδέχτηκαν αυτό (και αφού εγώ, σαν κοριτσάκι είχα γραφτεί μπαλέτο) γυρίσαμε πίσω στα leggo, στο πώς να χειριζόμαστε σέγες και πριονοκορδέλες, πώς να ρίχνουμε με τόξο και λοιπά. Επομένως δεν υπήρξε ποτέ στην ουσία ελευθερία επιλογής. Μας μεγάλωσαν για μηχανικούς. Η μαμά μου βέβαια, κάπου στα 18, που είχα διαμορφώσει εντελώς την προσωπικότητά μου και είχα κάνει και δυο χρόνια σχέδιο, άρχισε να μου λέει "μήπως να γινόσουν δασκάλα? τρεις μήνες διακοπές.. να 'χεις χρόνο και για το σπίτι σου?". Πολύ πολύ πολύ αργά..
Τώρα, πώς μου ήρθαν όλα αυτά. Μου ήρθαν, διότι οι αγαπημένοι μου γονείς έφυγαν σήμερα το πρωί για το τροχόσπιτο στο κάμπινγκ και εγώ είμαι πάλι μόνη στο σπίτι και όταν λείπουν τους συμπαθώ τρομερά και μου λείπουν και λίγο, πράγμα που μου περνάει το δευτερόλεπτο που θα τους αντικρίσω Κλασσική περίπτωση "από μακριά κι αγαπημένοι".
Βέβαια, εννοείται ότι θα γκρινιάζω, γιατί έχω να ταΐζω τα πουλιά και το κουνέλι και να είμαι παρούσα για τη γιαγιά, η οποία παίρνει τηλέφωνο τρεις φορές τη μέρα και με ενημέρωσε ότι την Κυριακή λέει να κάνει Kirschen Knödel (ένα πράγμα σαν μεγάλο μπιφτέκι από κάτι σαν πουρέ πατάτας, γεμιστό με κεράσια, που από πάνω ρίχνεις λιωμένο βούτυρο και ζάχαρη) και αααααν θέλω να πάω (σημ.: αν δεν πάω, θα το λέει τις επόμενες τρεις μέρες στο τηλέφωνο).
Χθες πήγα με τον Α. για μια μπύρα στο Μπέρμπον. Κανείς άλλος δεν ήθελε να έρθει μαζί μας, προβάλλοντας γελοίες δικαιολογίες, του τύπου "μα είμαι φαντάρος", "έχω διάβασμα", "είμαι πτώμα", "θα πάω με μια φίλη σε μια υπαίθρια όπερα στο Μοναστηράκι" (αυτό το τελευταίο είναι πραγματικά σουρεαλιστικό, δεν ξέρω καν αν το θυμάμαι σωστά). Δεν μας απασχόλησε. Ήπιαμε δυο μπύρες και ύστερα ήρθε και η Μ., η οποία είχε πάει να δει στη Δεξαμενή αυτό με την Coco με τις φίλες της. Πήραμε άλλη μια μπύρα και κάναμε μια πολύ ωραία κουβέντα σχετικά με τον αν προτιμάμε τον Γιούαν Μακ Γκρέκορ ή τον Μπραντ Πιτ και άλλα τέτοια βαθυστόχαστα (πλην όμως πολύ ευχάριστα), αν μια τούρτα με κρέμα και φρούτα είναι η ιδανική επιλογή για καλοκαιρινά γενέθλια, ποιά παιχνίδια με σφηνάκια εγγυώνται το πιο γρήγορο και αποτελεσματικό μεθύσι, τι ωραία που θα ήταν αν είχα ουρά, ποιά μέλη του σώματος δεν χρειαζόμαστε και με την εξέλιξη θα μπορούσαν να εξαφανιστούν [καταλήξαμε ότι θα δίναμε το μικρό δαχτυλάκι του ποδιού μας, μερικές τρίχες, τη μύτη (αλλά όχι τα ρουθούνια), τις ανδρικές θηλές)], τι πλάκα που θα είχε αν γεννιόμασταν χωρίς εξωτερικό αυτί και μεγάλωνε ένα πτερύγιο μόνο στα γεράματα και τέτοια.. Λίγο πριν το τέλος της μπύρας ήρθε η Μ., φίλη της Μ., την οποία γνώρισα χθες και η οποία ήθελε να γίνει αρχιτεκτόνισσα, και όπως είπε, όποτε ακούει για αρχιτεκτονική κάτι παθαίνει. Την έπεισα πως δεν πειράζει που δεν έγινε, όταν είδα ότι είχε ένα χανσαπλαστ στο χέρι της και μου εξομολογήθηκε ότι είχε κοπεί ελάχιστα, αλλά ανατρίχιαζε να το κοιτάζει. Της είπα πόσο έχουμε πετσοκοπεί όλοι στη σχολή και νομίζω ότι κάπως παρηγορήθηκε
Ύστερα, με το που σηκωθήκαμε από το Μπέρμπον πέρασε μπροστά μου ένα ταξί, το πήρα και σχεδόν διακτινίστικα σπίτι.
Τώρα, στις 2 το μεσημέρι, θα ετοιμάσω ένα προκλητικά μεγάλο πρωινό με αυγά και μπέικον (ναι, πρωινό), και θα στρωθώ να δω το Unmade Beds.
Και το βράδυ θα είμαι στο πάρτι του Μετρόπολις (βλ. δίπλα λινκ Μητροπολιτικών Ιστοριών), όπου θα δω μετά από αρκετές μέρες μαζεμένους όλους μου τους φίλους :)
Πέμπτη 10 Ιουνίου 2010
Λοιπόν, νομίζω ότι η λέξη που χαρακτηρίζει το τελευταίο διήμερο είναι "αδρεναλίνη". Όχι, καμία σχέση με σπορ. Το πιο εξτρίμ σπορ που έχω κάνει μετά τα δώδεκα είναι το γρήγορο βάδην. Κι αυτό μόνο όταν έπρεπε να προλάβω λεωφορείο.
Η αδρεναλίνη οφείλεται στο ότι παραλίγο να μείνω άστεγη στην Ολλανδία. Εντάξει, το "παρά λίγο" είναι υπερβολή, αλλά είναι κι αυτό το Ντράμα Κουίν που με πιάνει ώρες-ώρες. Ακολουθούν βαρετές πληροφορίες. Εγώ, επειδή είμαι κωλόπαιδο κακομαθημένο και νευρόσπαστο, παρ' ότι η προθεσμία του Ντελφ έληγε 1 Απρίλη, είχα καταθέσει την αίτησή μου 2 Γενάρη και είχα ζητήσει να με ειδοποιήσουν νωρίς, γιατί περίμενα μια ελληνική υποτροφία (που δεν πήρα ποτέ). Έτσι ήξερα από τις αρχές Απρίλη ότι με είχαν δεχτεί. Έβαλα τα ωραία μας λεφτουδάκια στο λογαριασμού του Ντελφτ, ΑΛΛΑ δεν είδα την υποσημείωση που έλεγε ότι ήθελαν κάτι λεφτουδάκια ακόμη, αν ήταν να σου κανονίσουν εκείνοι για κατοικία. Τους έστειλα δυο-τρία μέηλ από τότε για να με ειδοποιήσουν αν πρέπει να κάνω κάτι για το σπίτι και αν πήραν τα λεφτά. Μου είπαν "τα πήραμε, ευχαριστώ, θα σας ειδοποιήσουμε για σπίτι". Ε, δεν έγινε ποτέ αυτό. Και χθες, μέσα από τα σχόλια της προηγούμενης ανάρτησης και έναν γενικό σουρεαλισμό, διεπίστωσα ότι έπρεπε να στείλω και τα υπόλοιπα λεφτά. Εννοείται ότι πανικοβλήθηκα, ότι πίστευα ότι θα μείνω στο δρόμο κλπ κλπ, έστειλα κι ένα μεήλ στο Ντελφτ να τους πω ότι εγώ βασίστηκα πάνω τους κι αυτοί δεν.. Αλλά πήζουν τώρα, γιατί έχουν μαζευτεί όλες οι αιτήσεις και δε νομίζω ότι θα απαντήσουν ποτέ. Τους έστειλα και τα υπόλοιπα ωραία μας λεφτουδάκια, παρ' όλα αυτά.
Τα υπόλοιπα συναρπαστικά που συμβαίνουν στη ζωή μου είναι ότι κάθε μέρα έχω με τη μανούλα την ίδια συζήτηση:
-Δεν είσαι γλυκιά. Πρέπει να προσπαθήσεις να είσαι γλυκιά.
(εγώ)-...
-Δεν είναι δύσκολο, μαθαίνεται όπως τόσα πράγματα.
-Όλοι πιστεύουν ότι είμαι γλυκιά, εκτός από εσάς.
-Ποιοί?
-Όλοι.
-Με εμάς πάντως δεν είσαι γλυκιά. Και νομίζω ότι γενικά είσαι ξινή και επιθετική.
-Φταίει που δεν έχω πρότυπα.
-Καλά, εγώ δεν είμαι γλυκιά.. Εσύ δεν μπορείς να είσαι?
Στο σημείο αυτό σήμερα, πήγα και της έφερα την Νόσο του Πόρτνοϋ. Το αντίτυπο που διαβάζω είναι παλιό, δικό της ή του μπαμπά, και είχε υπογραμμισμένο, από κάποιον από τους δύο, το παρακάτω απόσπασμα:
"Τι είχαν πάθει εκείνοι οι Εβραίοι γονείς, ώστε να μπορούν να μας κάνουν εμάς τα εβραιόπουλα να πιστεύουμε ότι είμαστε πρίγκιπες από τη μία μεριά, τόσο μοναδικοί όσο κι οι μονόκεροι απ΄τη μια μεριά, μεγαλοφυίες που παρόμοιες δεν υπήρξαν ποτέ στην ιστορία της παιδικής ηλικίας, ούτε σε εξυπνάδα ούτε σ' ομορφιά-σωτήρες και σκέτη τελειότητα απ' τη μια μεριά, και τέτοια ανίκανα, απερίσκεπτα, ανήμπορα, εγωιστικά, μοχθηρά κωλόπαιδα, μικρά αχάριστα τέρατα από την άλλη." και παρακάτω, επίσης υπογραμμισμένο,
"Σταματήστε τέλος πάντων να μας κατεργάζεστε για να γίνουμε καλοί! Να μας κατεργάζεστε για να γίνουμε ευγενικοί! Αφήστε μας ήσυχους, να πάρει ο διάβολος!".
Το διάβασε, πήρε αμήχανο ύφος και είπε:
"του πατέρας σου θα είναι.".
Εντάξει, όπως και να' χει, κληρονομικότητα, λυπάμαι, δεν μπορώ να κάνω κάτι γι' αυτό. Εγώ, κάποιος γονιός μου, ο Άλεξ Πόρντνοϋ και πιθανότητα τα παιδιά μου, θα έχουμε το ίδιο πρόβλημα.
Σήμερα το πρωί πήγα για έναν καφέ στον ήλιο με τον Ρ.. Μιλήσαμε πάρα πάρα πολύ, ως συνήθως και μου έφτιαξε η διάθεση, μέχρι που γύρισα σπίτι και μου ξαναχάλεσε, διότι "δεν έχω συναίσθηση της κρίσης, είμαι αδιάφορη, η συντέλεια του κόσμου έρχεται" (μανούλα).
Το βράδυ θα πάω για μια μπύρα στα Εξάρχεια με τον Α.. "Λείπεις συνέχεια από το σπίτι. Και όταν είσαι εδώ ή κοιμάσαι ή διαβάζεις!". Τι παραλογισμός από μέρους μου..
Δεν θα ταραχτώ ιδιαίτερα. Θα προσπαθήσω τουλάχιστον.
Θέλω να μετενσαρκωθώ σε χελώνα των αγρών, πάει και τελείωσε. Κουφή, κατά προτίμηση
Υ.Γ.: Χθες είδα κάτι σπιταρόνες με σοφίτα στην Ολλανδία και ζήλεψα. Αλλά έχουν 3-4 συγκατοίκους και μου πέρασε η ζήλια..
Η αδρεναλίνη οφείλεται στο ότι παραλίγο να μείνω άστεγη στην Ολλανδία. Εντάξει, το "παρά λίγο" είναι υπερβολή, αλλά είναι κι αυτό το Ντράμα Κουίν που με πιάνει ώρες-ώρες. Ακολουθούν βαρετές πληροφορίες. Εγώ, επειδή είμαι κωλόπαιδο κακομαθημένο και νευρόσπαστο, παρ' ότι η προθεσμία του Ντελφ έληγε 1 Απρίλη, είχα καταθέσει την αίτησή μου 2 Γενάρη και είχα ζητήσει να με ειδοποιήσουν νωρίς, γιατί περίμενα μια ελληνική υποτροφία (που δεν πήρα ποτέ). Έτσι ήξερα από τις αρχές Απρίλη ότι με είχαν δεχτεί. Έβαλα τα ωραία μας λεφτουδάκια στο λογαριασμού του Ντελφτ, ΑΛΛΑ δεν είδα την υποσημείωση που έλεγε ότι ήθελαν κάτι λεφτουδάκια ακόμη, αν ήταν να σου κανονίσουν εκείνοι για κατοικία. Τους έστειλα δυο-τρία μέηλ από τότε για να με ειδοποιήσουν αν πρέπει να κάνω κάτι για το σπίτι και αν πήραν τα λεφτά. Μου είπαν "τα πήραμε, ευχαριστώ, θα σας ειδοποιήσουμε για σπίτι". Ε, δεν έγινε ποτέ αυτό. Και χθες, μέσα από τα σχόλια της προηγούμενης ανάρτησης και έναν γενικό σουρεαλισμό, διεπίστωσα ότι έπρεπε να στείλω και τα υπόλοιπα λεφτά. Εννοείται ότι πανικοβλήθηκα, ότι πίστευα ότι θα μείνω στο δρόμο κλπ κλπ, έστειλα κι ένα μεήλ στο Ντελφτ να τους πω ότι εγώ βασίστηκα πάνω τους κι αυτοί δεν.. Αλλά πήζουν τώρα, γιατί έχουν μαζευτεί όλες οι αιτήσεις και δε νομίζω ότι θα απαντήσουν ποτέ. Τους έστειλα και τα υπόλοιπα ωραία μας λεφτουδάκια, παρ' όλα αυτά.
Τα υπόλοιπα συναρπαστικά που συμβαίνουν στη ζωή μου είναι ότι κάθε μέρα έχω με τη μανούλα την ίδια συζήτηση:
-Δεν είσαι γλυκιά. Πρέπει να προσπαθήσεις να είσαι γλυκιά.
(εγώ)-...
-Δεν είναι δύσκολο, μαθαίνεται όπως τόσα πράγματα.
-Όλοι πιστεύουν ότι είμαι γλυκιά, εκτός από εσάς.
-Ποιοί?
-Όλοι.
-Με εμάς πάντως δεν είσαι γλυκιά. Και νομίζω ότι γενικά είσαι ξινή και επιθετική.
-Φταίει που δεν έχω πρότυπα.
-Καλά, εγώ δεν είμαι γλυκιά.. Εσύ δεν μπορείς να είσαι?
Στο σημείο αυτό σήμερα, πήγα και της έφερα την Νόσο του Πόρτνοϋ. Το αντίτυπο που διαβάζω είναι παλιό, δικό της ή του μπαμπά, και είχε υπογραμμισμένο, από κάποιον από τους δύο, το παρακάτω απόσπασμα:
"Τι είχαν πάθει εκείνοι οι Εβραίοι γονείς, ώστε να μπορούν να μας κάνουν εμάς τα εβραιόπουλα να πιστεύουμε ότι είμαστε πρίγκιπες από τη μία μεριά, τόσο μοναδικοί όσο κι οι μονόκεροι απ΄τη μια μεριά, μεγαλοφυίες που παρόμοιες δεν υπήρξαν ποτέ στην ιστορία της παιδικής ηλικίας, ούτε σε εξυπνάδα ούτε σ' ομορφιά-σωτήρες και σκέτη τελειότητα απ' τη μια μεριά, και τέτοια ανίκανα, απερίσκεπτα, ανήμπορα, εγωιστικά, μοχθηρά κωλόπαιδα, μικρά αχάριστα τέρατα από την άλλη." και παρακάτω, επίσης υπογραμμισμένο,
"Σταματήστε τέλος πάντων να μας κατεργάζεστε για να γίνουμε καλοί! Να μας κατεργάζεστε για να γίνουμε ευγενικοί! Αφήστε μας ήσυχους, να πάρει ο διάβολος!".
Το διάβασε, πήρε αμήχανο ύφος και είπε:
"του πατέρας σου θα είναι.".
Εντάξει, όπως και να' χει, κληρονομικότητα, λυπάμαι, δεν μπορώ να κάνω κάτι γι' αυτό. Εγώ, κάποιος γονιός μου, ο Άλεξ Πόρντνοϋ και πιθανότητα τα παιδιά μου, θα έχουμε το ίδιο πρόβλημα.
Σήμερα το πρωί πήγα για έναν καφέ στον ήλιο με τον Ρ.. Μιλήσαμε πάρα πάρα πολύ, ως συνήθως και μου έφτιαξε η διάθεση, μέχρι που γύρισα σπίτι και μου ξαναχάλεσε, διότι "δεν έχω συναίσθηση της κρίσης, είμαι αδιάφορη, η συντέλεια του κόσμου έρχεται" (μανούλα).
Το βράδυ θα πάω για μια μπύρα στα Εξάρχεια με τον Α.. "Λείπεις συνέχεια από το σπίτι. Και όταν είσαι εδώ ή κοιμάσαι ή διαβάζεις!". Τι παραλογισμός από μέρους μου..
Δεν θα ταραχτώ ιδιαίτερα. Θα προσπαθήσω τουλάχιστον.
Θέλω να μετενσαρκωθώ σε χελώνα των αγρών, πάει και τελείωσε. Κουφή, κατά προτίμηση
Υ.Γ.: Χθες είδα κάτι σπιταρόνες με σοφίτα στην Ολλανδία και ζήλεψα. Αλλά έχουν 3-4 συγκατοίκους και μου πέρασε η ζήλια..
Τρίτη 8 Ιουνίου 2010
Κατ' αρχάς, την Παρασκευή θα είμαι εδώ.
Κατά τα λοιπά, έχω πάρει δυο ντεπόν, αλλά τζίφος, ο πονοκέφαλος παραμένει εκεί.
Σήμερα πήγα όντως και πήρα την Α. από το γραφείο, όπως είχαμε κανονίσει. Ίσα που πρόλαβα να δω το αφεντικό της, που έφευγε εκείνη την ώρα. Το γραφείο ωραίο. Το φανταζόμουν πιο αποστειρωμένο, αλλά ήταν γεμάτο σκίτσα και προοπτικά με το χέρι σε αυτά τα απίθανα κίτρινα ριζόχαρτα και η Α. κάθεται μπροστά σε παράθυρο, γεγονός που την καθιστά πολύ πιο τυχερή από την Α., τη σχεδιάστρια, που κοιτάζει ντουβάρι εκεί που κάθεται, άντε και λίγο αφεντικό αν γυρίσει προς τα δεξιά.
Μετά το γραφείο πήγαμε για έναν καφέ (εντάξει, και ένα κλαμπ σάντουιτς) στο Καλαμάκι (εκεί είναι και το γραφείο) και όπως αντιλαμβάνεστε εγώ έμεινα έκπληκτη ακόμη μια φορά από τις περιοχές που κρύβει η Αθήνα. Είχε όση ζέστη και όση δροσιά έπρεπε και εμείς είχαμε και οι δύο όσα νεύρα, κακή διάθεση και εκνευρισμό έπρεπε. Δηλαδή πολλά, πολλή και πολύ. Και ως συνήθως, όταν βρισκόμαστε οι δυο μας, κάπως στρώσανε τα πράγματα, ένιωσα μια ηρεμία, μια ανακούφιση, ένα κάτι, βρε αδελφέ. Εκείνη δεν νομίζω, γιατί μετά τον καφέ έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι να κάνει σχέδια και αύριο το πρωί να τρέχει στην πολεοδομία. Όνειρο. Εγώ τηλεφώνησα στην Σ., αν ήθελε να έρθει μετά την δουλειά ταράτσα, να την ταΐσουμε ένα πιάτο λαζάνια με σπανάκι, να την ποτίσουμε και τίποτα, να χαλαρώσει. Ήθελε. Μετά όμως θυμήθηκε (καλά, της θύμισαν) ότι έπρεπε να κάνει δουλειά (άλλη δουλειά, άσχετη με τη "δουλειά-δουλειά") και γύρισε κι αυτή σπίτι μέσα στην εξάντληση.
Ομολογώ ότι αν και η απραξία επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το νευρικό μου σύστημα, δεν θα ήθελα καθόλου να δουλεύω τώρα. Αυτή είναι η ωμή αλήθεια. Τις λυπήθηκε η ψυχή μου σήμερα, παρ' ότι ξέρω ότι είναι πολύ τυχερές που έχουν δουλειά σε αυτή τη φάση και μάλιστα στο αντικείμενό μας.
Πέρα από το ότι δεν δουλεύω, ένα άλλο γεγονός που με χαροποίησε σήμερα, ήταν ότι έλαβα μέηλ από έναν πάρα πολύ καλό μου φίλο, τον Σ., ο οποίος είναι Καμερουνέζος και ήταν μαζί μας στην Ξάνθη, διότι σπούδασε εκεί ηλεκτρολόγος μηχανικός. Εδώ και πολύ καιρό (από τον Σεπτέμβρη) είναι στην Ατλάντα, μαζί με τον αδελφό του και κάνει ένα δεύτερο μεταπτυχιακό, ενώ παράλληλα δουλεύει στο Πανεπιστήμιο Μου έστειλε καλά νέα, πως είναι ευχαριστημένος, αν και τρέχει όλη μέρα, και πως άρχισε να κάνει παρέες από το τμήμα του. Ο Σ. είναι μια πολύ αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, καθότι υπέρμετρα κοινωνικός και χαμελαίων και εξαιρετικά μανιώδης λάτρης του ωραίου φίλου. Στην Ξάνθη είχε πολλούς γνωστούς (εντάξει, ήταν ο μοναδικός μαύρος φοιτητής στην Ξάνθη, τον ήξεραν όλοι), πολλές συμπάθειες και κάποιες αντιπάθειες, κυρίως από πληγωμένες γυναίκες ή κερατωμένους άντρες. Εγώ τον γνώρισα στο δεύτερο έτος, κάπου χαθήκαμε, ξαναβρεθήκαμε και μπορώ να πω ότι τον θεωρώ πραγματικό μου φίλο. Είναι κάποιοι άνθρωποι, που αν και δεν μπορείς να τους εμπιστευτείς σε όλα, αυτά για τα οποία μπορείς να βασιστείς πάνω τους αξίζουν ώστε να συγχωρείς ή να παραβλέπεις τα υπόλοιπα και να τους κρατάς στη ζωή σου. Ο Σ. είναι για μένα ένας τέτοιος άνθρωπος και είναι πολύ ωραίο που κι εκείνος δεν με ξεχνά. Πράγμα που μου δίνει κάποιες ελπίδες και για τις νέες φιλίες μου και αποφάσισα να σταματήσω να αγχώνομαι για το ποιους θα χάσω και ποιους όχι, διότι η ατάκα της Σ. (για πλάκα) "αφού θα φύγεις, δεν έχει νόημα" με είχε κάνει να φέρομαι σαν παρανοϊκή τελευταία, μην μπορώντας να αποφασίσω αν έχει νόημα να επενδύω σε καινούριους ανθρώπους ή όχι (και την πλήρωσε κυρίως ο Α.).
(Τώρα εγώ θέλω να ευχηθώ καλή επιτυχία στον Γ. για αύριο, αλλά άμα δεν πάει καλά θα πει ότι το γκαντέμιασα, γιατί με έχει άχτι, οπότε το λέω από μέσα μου και δε λέω τίποτα "απ' έξω" μου.)
(ο ενθουσιασμός μου για την Ολλανδία όλο και μεγαλώνει, αλλά πάλι δεν λέω τίποτα "απ' έξω" μου, μην το γκαντεμιάσω)
Κατά τα λοιπά, έχω πάρει δυο ντεπόν, αλλά τζίφος, ο πονοκέφαλος παραμένει εκεί.
Σήμερα πήγα όντως και πήρα την Α. από το γραφείο, όπως είχαμε κανονίσει. Ίσα που πρόλαβα να δω το αφεντικό της, που έφευγε εκείνη την ώρα. Το γραφείο ωραίο. Το φανταζόμουν πιο αποστειρωμένο, αλλά ήταν γεμάτο σκίτσα και προοπτικά με το χέρι σε αυτά τα απίθανα κίτρινα ριζόχαρτα και η Α. κάθεται μπροστά σε παράθυρο, γεγονός που την καθιστά πολύ πιο τυχερή από την Α., τη σχεδιάστρια, που κοιτάζει ντουβάρι εκεί που κάθεται, άντε και λίγο αφεντικό αν γυρίσει προς τα δεξιά.
Μετά το γραφείο πήγαμε για έναν καφέ (εντάξει, και ένα κλαμπ σάντουιτς) στο Καλαμάκι (εκεί είναι και το γραφείο) και όπως αντιλαμβάνεστε εγώ έμεινα έκπληκτη ακόμη μια φορά από τις περιοχές που κρύβει η Αθήνα. Είχε όση ζέστη και όση δροσιά έπρεπε και εμείς είχαμε και οι δύο όσα νεύρα, κακή διάθεση και εκνευρισμό έπρεπε. Δηλαδή πολλά, πολλή και πολύ. Και ως συνήθως, όταν βρισκόμαστε οι δυο μας, κάπως στρώσανε τα πράγματα, ένιωσα μια ηρεμία, μια ανακούφιση, ένα κάτι, βρε αδελφέ. Εκείνη δεν νομίζω, γιατί μετά τον καφέ έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι να κάνει σχέδια και αύριο το πρωί να τρέχει στην πολεοδομία. Όνειρο. Εγώ τηλεφώνησα στην Σ., αν ήθελε να έρθει μετά την δουλειά ταράτσα, να την ταΐσουμε ένα πιάτο λαζάνια με σπανάκι, να την ποτίσουμε και τίποτα, να χαλαρώσει. Ήθελε. Μετά όμως θυμήθηκε (καλά, της θύμισαν) ότι έπρεπε να κάνει δουλειά (άλλη δουλειά, άσχετη με τη "δουλειά-δουλειά") και γύρισε κι αυτή σπίτι μέσα στην εξάντληση.
Ομολογώ ότι αν και η απραξία επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το νευρικό μου σύστημα, δεν θα ήθελα καθόλου να δουλεύω τώρα. Αυτή είναι η ωμή αλήθεια. Τις λυπήθηκε η ψυχή μου σήμερα, παρ' ότι ξέρω ότι είναι πολύ τυχερές που έχουν δουλειά σε αυτή τη φάση και μάλιστα στο αντικείμενό μας.
Πέρα από το ότι δεν δουλεύω, ένα άλλο γεγονός που με χαροποίησε σήμερα, ήταν ότι έλαβα μέηλ από έναν πάρα πολύ καλό μου φίλο, τον Σ., ο οποίος είναι Καμερουνέζος και ήταν μαζί μας στην Ξάνθη, διότι σπούδασε εκεί ηλεκτρολόγος μηχανικός. Εδώ και πολύ καιρό (από τον Σεπτέμβρη) είναι στην Ατλάντα, μαζί με τον αδελφό του και κάνει ένα δεύτερο μεταπτυχιακό, ενώ παράλληλα δουλεύει στο Πανεπιστήμιο Μου έστειλε καλά νέα, πως είναι ευχαριστημένος, αν και τρέχει όλη μέρα, και πως άρχισε να κάνει παρέες από το τμήμα του. Ο Σ. είναι μια πολύ αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, καθότι υπέρμετρα κοινωνικός και χαμελαίων και εξαιρετικά μανιώδης λάτρης του ωραίου φίλου. Στην Ξάνθη είχε πολλούς γνωστούς (εντάξει, ήταν ο μοναδικός μαύρος φοιτητής στην Ξάνθη, τον ήξεραν όλοι), πολλές συμπάθειες και κάποιες αντιπάθειες, κυρίως από πληγωμένες γυναίκες ή κερατωμένους άντρες. Εγώ τον γνώρισα στο δεύτερο έτος, κάπου χαθήκαμε, ξαναβρεθήκαμε και μπορώ να πω ότι τον θεωρώ πραγματικό μου φίλο. Είναι κάποιοι άνθρωποι, που αν και δεν μπορείς να τους εμπιστευτείς σε όλα, αυτά για τα οποία μπορείς να βασιστείς πάνω τους αξίζουν ώστε να συγχωρείς ή να παραβλέπεις τα υπόλοιπα και να τους κρατάς στη ζωή σου. Ο Σ. είναι για μένα ένας τέτοιος άνθρωπος και είναι πολύ ωραίο που κι εκείνος δεν με ξεχνά. Πράγμα που μου δίνει κάποιες ελπίδες και για τις νέες φιλίες μου και αποφάσισα να σταματήσω να αγχώνομαι για το ποιους θα χάσω και ποιους όχι, διότι η ατάκα της Σ. (για πλάκα) "αφού θα φύγεις, δεν έχει νόημα" με είχε κάνει να φέρομαι σαν παρανοϊκή τελευταία, μην μπορώντας να αποφασίσω αν έχει νόημα να επενδύω σε καινούριους ανθρώπους ή όχι (και την πλήρωσε κυρίως ο Α.).
(Τώρα εγώ θέλω να ευχηθώ καλή επιτυχία στον Γ. για αύριο, αλλά άμα δεν πάει καλά θα πει ότι το γκαντέμιασα, γιατί με έχει άχτι, οπότε το λέω από μέσα μου και δε λέω τίποτα "απ' έξω" μου.)
(ο ενθουσιασμός μου για την Ολλανδία όλο και μεγαλώνει, αλλά πάλι δεν λέω τίποτα "απ' έξω" μου, μην το γκαντεμιάσω)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)