Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

Σήμερα θα μιλήσω για τις γαρίδες. Οι γαρίδες έχουν κάτι ιδιαίτερο: έχουν την καρδιά στο κεφάλι τους.
Νιώθω μια ταύτιση με τις γαρίδες.
Η καρδιά μου είναι σαφέστατα στο κεφάλι μου, μάλλον ακριβώς δίπλα στον εγκέφαλο μου. Μάλλον γέρνει και πάνω στον εγκέφαλό μου και βασίζεται σ' αυτόν όταν κουράζεται.
Επίσης, τα αναπαραγωγικά όργανα του σαλιγκαριού είναι στο κεφάλι του. Και με τα σαλιγκάρια νιώθω μια κάποια ταύτιση.
Το γεγονός ότι νιώθω ότι τα ερεθίσματα από τόσα όργανα κατοικοεδρεύουν στο κεφάλι μου και προκαλούν αναστατώσεις στον "γειτονικό" εγκέφαλο, αντί στα αντίστοιχα όργανα, εξηγεί κάτι πονοκεφάλους που με πιάνουν τελευταία, οι οποίοι είναι εντελώς ξαφνικοί, πολύ έντονοι και διαρκούν όσο διαρκεί το ερέθισμα.
Και πάσχω σαφέστατα και από το αντίστροφο: αν αναστατωθεί με κάποιο τρόπο ο εγκέφαλός μου, είναι πολύ πιθανό να νιώσω την αναστάτωση αυτή στην καρδιά μου. Αυτό το παθαίνω με τον Oscar Wilde. Κάθε φορά που τον διαβάζω είμαι βέβαιη ότι ζω τον απόλυτο έρωτα και βασανίζομαι που το αντικείμενο του πόθου μου είναι νεκρό. Όχι, σοβαρά.
Επιπλέον, δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο να εξηγήσεις στους γύρω σου ότι έχεις νεύρα επειδή απλώς έχει τρία ζωτικά όργανα να κάνουν διαρκώς παρεμβολές το ένα στο άλλο, ούτε ότι αντίστοιχα ο φαινομενικά άκαιρος ενθουσιασμός σου πηγάζει από συντονισμό των ιδιοσυχνοτήτων των τριών αυτών οργάνων (αυτό το είπε έτσι, για να ακουστεί επιστημονικό Αυτό που εννοώ είναι ότι όταν μυαλό-καρδιά-αναπαραγωγικό συντονίζονται μπορεί να φτάσω σε ζενίθ ή ναδίρ διάθεσης και όταν δεν συντονίζονται είμαι σε μια κατάσταση σύγχυσης, η οποία είναι περίπου μόνιμη και άκρως εξαντλητική).
Το καλό της υπόθεσης είναι ότι η Α. μπορεί πλέον να διακρίνει αμέσως τις ψυχικές μου μεταπτώσεις οπότε είτε μου συμπαρίσταται, είτε μου δίνει καμία σφαλιάρα να συνέλθω, είτε δε μου δίνει σημασία. Η Σ. απλώς διασκεδάζει μαζί μου, αλλά δεν παίζει το "be my puppet", πράγμα που αποδεικνύει τη φιλία μας. Ο Ν. κάνει υπομονή ή με διαβεβαιώνει ότι "όλα θα πάνε χειρότερα", οπότε είναι σα να έχω φάει σφαλιάρα και ξε-μπλέκουνε οι μπερδεμένες συχνότητες. Οι γονείς μου με φοβούνται λίγο και δοκιμάζουν πότε να μου μιλάνε λογικά, πότε να κατανοήσουν το χαοτικόν του πράγματος που συμβαίνει στο κεφάλι μου, και πότε με αρχίζουν στις χριστοπαναγίες, μπας και στρώσω.
Κατά τα λοιπά, θέλω να σας διαβεβαιώσω ότι χαίρω άκρας σωματικής υγείας, αν και δεν μπορώ να μιλήσω με την ίδια σιγουριά για την ψυχική.

Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

Χθες: γενέθλια του Α., στο TOY, στην πλατεία Καρύτση. Και τελικά στο Εμ Τζι, γιατί δεεεεν αντέξαμε να μείνουμε μακριά του. Πήραν μέρος όλοι οι συνήθεις ύποπτοι (και εδώ θέλω να αναφέρω ειδικά την Ε., η οποία εκτελούσε χρέη μπαργούμαν με περισσή χάρη και θαυμαστή ταχύτητα). Ο Α. φορούσε τιράντες και καπέλο με το γιακά σηκωμένο όλο το βράδυ "πάνω στην τρέλα". Όλοι είχαμε ντυθεί ωραιότατα για να τον τιμήσουμε, εγώ είχα 37.5, αλλά είχα πάρει καινούριο ξώπλατο και εννοείται ότι το έβαλα, απλώς πήρα δυο ντεπονάκια, για να μη νιώθω τα δέκατα.
Συνέβη μια τεράστια ιστορία με βρακιά, η οποία ήταν υπόθεση διλέπτου, αλλά η δαιμόνια Σ. δεν μπορούσε να πειστεί ότι δεν υπήρχε τίποτα ύποπτο στην ιστορία, κι έτσι κράτησε όλο σχεδόν το βράδυ. Η δαιμόνια Σ. επίσης, θέλει να με πάρει μετά το κάμπινγκ να πάμε κρουαζιέρα στην Ίμπιζα. Τέθηκε το ερώτημα κατά πόσον θα είχα μεγαλύτερο πρόβλημα προσαρμογής εγώ στο κότερο ή η Σ. στο κάμπινγκ, αλλά τέθηκε στις πέντε το πρωί και δεν απαντήθηκε ποτέ.
Επίσης, υπήρχαν μερικά Lego στον πάγκο του μπαρ και πρέπει να πούμε ότι αν και του Α. ήταν το πιο εντυπωσιακό εμφανισιακά, του Σ. ήταν μακράν το καλύτερο και πιο συμπαθητικό επί της ουσίας.
Το άλλο που πρέπει να αναφέρουμε είναι ότι χθες αποδείχθηκε περίτρανα ότι αυτή η παρέα δεν θέλει το καλό μου ποικιλοτρόπως Αλλά ας πούμε για αρχή το ότι έστειλαν εμένα να παραγγείλω τα βρώμικα στη Μαβίλη, με την αιτιολογία ότι τα καταφέρνω στις ουρές. Εγώ θεώρησα ότι ήταν λίγο περιττό να μπω στην ουρά, καθ' ότι μικροσκοπική και φαινομενικά ακίνδυνη, κι έτσι στάθηκα απλώς στο πλάι της πρώτης γραμμής και είχα τα 5 βρώμικα σε τέσσερα περίπου λεπτά. Οι άλλοι, που είχαν εκτοξευτεί πιο πίσω, γιατί ήταν σίγουροι ότι κάποιος θα με έδερνε, μου κάνανε ενθαρρυντικά σήματα κάθε τόσο. Εγώ προφανέστατα απλώς δεν είχα αίσθηση του κινδύνου και κατάλαβα τι είχα κάνει, μόνο αφού πήρα τη σακούλα μου και είδα το πλήθος πεινασμένων-μεθυσμένων στην ουρά με τόσο θράσος είχα παρακάμψει. Φαντάζομαι ότι απλώς δεν τους πέρασε από το μυαλό ότι ήταν δυνατόν να είχα προσπεράσει τους πάντες και να είχα πάει μπροστά. Λογικά υπέθεταν ότι είχα κρατήσει σειρά ή κάτι τέτοιο. Αφού την έβγαλα καθαρή, τέλος πάντων.
Ακόμη, ο Γ. άφησε το παπούτσι του Α. να επιπλεύσει στο συντριβάνι και η Σ. έριξε στο συντριβάνι του καπέλο του Α.. Δεν ξέρω γιατί. Φαντάζομαι υπήρχε μια συσσωρευμένη ένταση που έπρεπε να εκτονωθεί με κάποιο τρόπο.
Γενικά ήταν μια ωραία βραδιά, αλλά εμένα μου χάλασε ελαφρώς η διάθεση προς το τέλος, πράγμα που έχει να κάνει καθαρά με το γεγονός ότι ήμουν κουρασμένη και άφησα να μου σπείρουν αμφιβολίες για την κοσμοθεωρία μου.
Σήμερα ξύπνησα κουρασμένη. Και με μια περίεργη υπερένταση, οπότε αποφάσισα να αδειάσω όλη την ντουλάπα και να ξεκαθαρίσω τα καλοκαιρινά από τα χειμωνιάτικα και να πετάξω μερικά ρούχα που είχαν πεθάνει και δεν ήθελα να το παραδεχτώ. Δεν ένιωσα ιδιαίτερα καλύτερα όταν τελείωσα αυτή τη δουλειά. Απλώς λίγο πιο κουρασμένη και διεπίστωσα ότι έχω πέντε μαύρα φορέματα (και δεν είμαι καν απ' αυτές που φοράνε μαύρα).
Αυτή τη βδομάδα πρέπει να πάω να πάρω μια συστατική επιστολή από μια καθηγήτριά μου, να σχεδιάσω και να εκτυπώσω την επαγγελματική μου κάρτα, να διαλέξω ποια χειμωνιάτικα θα πάω να αφήσω στην Ολλανδία τώρα, για να κουβαλάω λιγότερα τον Αύγουστο. Όλα αυτά με αγχώνουν αρκετά, αλλά φάση είναι, θα περάσει.
Επιπλέον, η Α. δεν είναι στα καλύτερά της (οκ, είναι στα χειρότερά της, χωρίς βέβαια να συμβαίνει κάτι προς θάνατον-και έχω λόγους που το ξεκαθαρίζω πάντα αυτό), και η Σ. θέλει να κόψει τα μαλλιά της αλλά διασκεδάζει ακόμη με τη φράντζα της. Όταν τα κόψει κι εκείνη, και θα έχουμε και οι τρεις το ίδιο κούρεμα (ενώ τώρα έχουμε περίπου το ίδιο κούρεμα) θα μπορούμε να φοράμε και το ίδιο φόρεμα που πήραμε από το Sadao και να μοιράζουμε κούτες με τσιγάρα.
Να πω ότι ο Α. εξακολουθεί να μην βάζει κρεμμύδι στο βρώμικο λόγω αυτής της αποτέτοιας που έχει πάθει στις φωνητικές του χορδές, αλλά να πω επίσης ότι χθες παραβίασε άλλη εντολή του γιατρού του. Αυτό φυσικά δεν ενδιαφέρει κανέναν, αλλά αυτές οι μικρές αναφορές κάνουν τον Α. χαρούμενο, οπότε, γιατί όχι..
Τέλος, έχουμε αυτή τη στιγμή στο σαλόνι μας ένα ενυδρείο με ένα ποντικάκι μέσα. Κανονικά έχουμε στην ταράτσα ένα κλουβί με σκίουρους. Στην πραγματικότητα, ενώ νομίζαμε ότι οι σκίουροι είχαν σκάψει λαγούμια και ζούσαν υπόγεια, οι σκίουροι προφανώς έχουν ψοφήσει και ταΐζαμαι μια ποντικοοικογένεια. Δυστυχώς θα πρέπει να τα εξοντώσουμε :΅( Αλλά μέχρι να το πάρουμε απόφαση, έχουμε έναν μικρούλη στη γυάλα και τον χαζεύουμε.

Παρασκευή, 23 Απριλίου 2010

Ξέρω ότι έχει καταντήσει αηδία αυτό το μπλογκ. Είναι πλέον μόνο περιγραφές ξενυχτιών (απαίσια η γενική του "ξενύχτια") και κάποιες σκόρπιες περιγραφές από συμβάντα στη δουλειά, αλλά τι να κάνουμε, αυτή είναι η ζωή μου, και σα να μην έφτανε αυτό, το απολαμβάνω κιόλας.
Σήμερα.
Σήμερα οι PS πέταξαν για το Τροντχάημ (κάπου στη Νορβηγία), αλλά έπρεπε ταυτόχρονα να βρίσκονται σε ένα μίτινγκ με καμιά δεκαριά άλλους αρχιτέκτονες, για ένα πρότζεκτ που πρέπει να παραμείνει εμπιστευτικό για λίγο καιρό ακόμη. Κι έτσι, αποφάσισαν να στείλουν εμένα σαν αντιπρόσωπο. Τη μασκότ. Δεν είχα ιδέα τι έπρεπε να κάνω, κι έτσι στολίστηκα, έβαλα τα τακουνάκια μου της ορκωμοσίας (κάτι πολύ ωραίες σοκολά γόβες με στρογγυλή μύτη και λεπτό λουράκι, που τις αγαπώ), την φούστα μου με τα τούλια που ανεμίζουν κι ένα μαύρο βίντατζ (βλ.: της μαμάς μου) μπλουζάκι, το κόκκινο κραγιόν μου, και πήγα. Παρένθεση: Είχα πάει και κομμωτήριο το πρωί. Βάψιμο- Κούρεμα.
Η συνάντηση ήταν άκρως ενδιαφέρουσα, με αποκορύφωμα τη λιτανεία της εικόνας του Αγίου Γεωργίου που πέρασε απ' έξω και διέκοψε το μίτινγκ και σταθήκαμε όλοι στις μύτες να δούμε τα εξαπτέρυγα. Πέταξα ένα άκυρο "βοήθειά μας" στη σιωπή που ακολούθησε, με ρίσκο να με περάσουν για τελείως τρελή οι άγνωστοι άνθρωποι, αλλά ευτυχώς κατάλαβαν το χιούμορ μου.
Μετά ο Α. με ενημέρωσε ότι ήταν σε ένα μπαρ στη Βουλής (7 Jokers? μπορεί, δεν θυμάμαι) με τον φίλο του τον Γ., τον οποίο είχα διαβάσει, αλλά όχι γνωρίσει. Πήγα και τους βρήκα, και τον γνώρισα και πλέον έχει καταντήσει λίγο αηδία αυτό το πράγμα που όλοι σ' αυτή την παρέα είναι τόσο συμπαθητικοί
Την ώρα εκείνη πήρε τηλέφωνο ο Κοσμάς τον Α. και σήκωσα το τηλέφωνο εγώ, μετά από προτροπή του Α. και ας λέει ότι θέλει ο Κοσμάς, όλοι καταλάβαμε ότι στράβωσε και ότι θέλει ο Α. να έχει φίλο μόνο εκείνον. Αλλά άμα θες, να έρθεις εδώ να κάνουμε παρέα Κοσμά! Άκου εκεί.. Πήρε το κορίτσι και πήγε στην Κύπρο..Ύστερα ήρθε κι ο Χ. και αφού τους διηγήθηκα μερικές από της χθεσινοβραδινές ιστορίες (τις οποίες δεν θα μάθετε ποτέ), πήγαμε στον Ευαγγελισμό και βρήκαμε τον Α., αδελφό του Χ.. Θα πηγαίναμε να γιορτάσουμε την γιορτή του άλλου Γ. στο Red Lion (o πρώτος Γ. είχε φύγει, καθ' ότι φανταράκι και είχε εγερτήριο νωρίς-νωρίς). Όμως θέλαμε διακαώς να του πάμε λουλούδια, για να τον εκθέσουμε στους φίλους του τους "μεταλλάδες". Αλλά ανθοπωλείο πουθενά. Κι έτσι (είχαμε πιεί και λίγο) πήγαμε σε ένα γειτονικό πάρκο και μαζέψαμε πρασινάδες. Πρέπει όλοι να παραδεχτούν ότι η δικιά μου ανθοδέσμη ήταν η καλύτερη. Ο Γ., όταν μπήκαμε μέσα με τα γκαζόν και τις νεραντζιές πήρε τη γκριμάτσα ακριβώς που έπρεπε και θέλαμε να πάρει. Κάτι μεταξύ απαξίωσης, απογοήτευσης, ντροπής και κρυφού καμαριού. Τον ξεπαραδιάσαμε, ως οφείλαμε, είπαμε πολλές ιστορίες, μάθαμε μια ιστορία που περιλαμβάνει τη Μίνι Μάους και το βρώμικο παρελθόν της, συζητήσαμε περίπου 150 ώρες που θα γιορτάσουμε τα γενέθλια του Α., δεν καταλήξαμε κάπου, και πεινάσαμε. Ο Α., ο Α., κι εγώ πήγαμε στην καντίνα της Μιχαλακοπούλου, η οποία για κάποιο λόγο είναι πάρα πολύ υπερυψωμένη και δεν έχει μέρος κοντά να κάτσεις και παρ' ότι ο Α. μου εμπιστεύτηκε ότι λένε ότι κάνει το καλύτερο βρώμικο της Αθήνας, σαφέστατα θα προτιμούσαμε να είμαστε στη Μαβίλη. Παρ' όλα αυτά, όταν πήραμε τα βρώμικα στα χέρια μας, νιώσαμε μια ψυχική ανάταση. Περπατήσαμε μέχρι το γειτονικό πάρκο και καθίσαμε σε ένα παγκάκι και ήταν τόσο ήσυχα και καθησυχαστικά και ωραία, που ήταν σχεδόν ευτυχία. Μετά μπήκα σε ένα ταξί για το σπίτι και ο πενηντάρης ταξιτζής άρχισε να μου λέει κάτι ιστορίες για τα τυχερά της νύχτας κλπ και στο τέλος μου είπε "θέλω να σε ξαναδώ και όταν σε ξαναπετύχω θα την βρούμε εμείς οι δύο" και νομίζω ότι αυτό το λένε σεξουαλική παρενόχληση. Μπορεί να είμαι υπερβολική, εγώ πάντως παρενοχλήθηκα και μου χάλασε όλη τη ζεν ηρεμία του βρώμικου στο παγκακάκι.
Παρ' όλα αυτά, τώρα που γράφω τη βραδιά και τα ξαναθυμάμαι, επανέρχεται η ηρεμία μου. Αύριο είναι μια δύσκολη μέρα, καθώς έχει γενέθλια ο Α. και πρέπει να βάλουμε στο πάρτυ του κάτι ώστε να είμαστε πολύ όμορφοι όλοι και φυσικά πρέπει να βρω ένα δώρο αντάξιο των δικών τους, πράγμα πρακτικά αδύνατο, αλλά θα κάνω αυτή τη μάταιη προσπάθεια.
Σκηνή της βραδιάς: Διαφημιστική φωτεινή πινακίδα σε στάση λεωφορείου, χωρίς διαφήμιση, με ένα λευκό διάχυτο φως. Κι ο Α. να προχωράει γοργά προς το μέρος της λέγοντας "τώρα θα μπω σε άλλη διάσταση". Και μπήκε.
Ήταν πολύ ωραία σήμερα που δεν είχα δουλειά, το ομολογώ. Ήταν ωραία που μίλησα με άγνωστους αρχιτέκτονες και ήταν πρόκληση που έπρεπε να κρατάω τόσο ακριβείς σημειώσεις.
Θα είναι ένα ωραίο Σ/Κ. Κι ελπίζω το επόμενο Σ/Κ να είναι ακόμη πιο ωραίο και Ολλανδικό.

Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010

Για αρχή, βάλτε να παίζει αυτό.
Νέα:
Είδα αυτό στον Ειλισσό την Κυριακή και έπαθα κατάθλιψη. Ήταν λες και με είχε πιάσει κάποιος από τα μαλλιά και μια μου χτυπούσε το κεφάλι στο τραπέζι, μία μου το έχωνε σε μια λεκάνη με νερό μην αφήνοντάς με να ανασάνω. Παρ' όλα αυτά, τη λάτρεψα την ταινία.
Τη Δευτέρα δουλειά. Και επειδή είχα εξαντληθεί το Σ/Κ, πήγα δυο ώρες αργότερα. Ήμουν κανονικά σαν άρρωστη, τα παιδιά με ρωτούσαν αν είμαι καλά κι εγώ από τη μια έδινα εσωτερικές μούτζες στον εαυτό μου για τις κραιπάλες, από την άλλη με διαβεβαίωνα ότι άξιζε η δευτεριάτικη ταλαιπωρία. Δευτέρα βράδυ κοιμήθηκα αρκετά καλά. Όχι ιδιαίτερα πολύ, αλλά καλά. Και έτσι την Τρίτη είχα μια αξιοπρεπή παρουσία στο γραφείο.
Μου τηλεφώνησε κι η μαμά όλο χαρά να μου πει ότι ήρθε η ταυτότητά μου του ΤΕΕ.
Το βράδυ που γύρισα σπίτι ο μπαμπάς ήρθε να με συγχαρεί. Είδε ότι δεν είχα ανοίξει καν το φάκελο και έπαθε πατατράκ. Είναι μεγάλη συζήτηση το τι σκέφτηκε και πως αντέδρασε, αλλά περιληπτικά ας πούμε ότι του έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι επειδή απαξίωσα τα χαρτιά του ΤΕΕ (Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος) και την έννοια του μηχανικού και επειδή θεωρεί ότι δεν έχω πάθος. Λυπήθηκα που λυπήθηκε, προσπάθησα να του εξηγήσω ότι το να είσαι μηχανικός στις μέρες μας σημαίνει μόνο παραπάνω εισφορές, αλλά εκείνος όταν πήρε το ίδιο χαρτί 36 χρόνια πριν, είχε λόγους επί της ουσίας να χαίρεται. Ορκίζομαι, ήμουν ήρεμη και γλυκιά, αλλά με κοιτάζει από χθες σα να είμαι γενετικό λάθος. Πάλι καλά, ο αδελφός μου είναι υπερ-περήφανος που είναι μηχανικός, κι έτσι δυο στους τρεις θα γίνουν σωστοί επαγγελματίες Είναι πολύ περίεργο, πως ενώ μπορεί ένας γονιός να θέλει πραγματικά να είναι το παιδί του ευτυχισμένο και το αποδεικνύει διαρκώς, κάπως μπερδεύεται και όταν το παιδί δεν είναι ευτυχισμένο με πράγματα που θα περίμενε ο γονιός να του φέρουν την ευτυχία, μπερδεύεται τόσο πολύ και νομίζει ότι τα έκανε όλα λάθος.
Το θετικό της υπόθεσης είναι ότι δεν μου γεννήθηκε καμία αμφιβολία από αυτή τη "δυστυχία" του πατέρα μου για τον λάθος επαγγελματικό μου προσανατολισμό, γιατί πρώτη φορά είμαι τόσο σίγουρη για τις επιλογές μου και νιώθω τόσο γεμάτη με τα πράγματα με τα οποία ασχολούμαι (δηλαδή την αρχιτεκτονική, το γράψιμο και το διάβασμα). Και δεν νιώθω καμία ενοχή που το χαρτί που μου έδωσε μια επιτροπή που σε εξετάζει ακόμη κι αν δεν έχεις μαζί σου ταυτότητα, με κάνει το ίδιο ευτυχισμένη με ένα πιάτο βραστό κουνουπίδι.
Η μαμά μου ανησυχεί που δεν χάρηκα με το ΤΕΕ, που δεν χοροπήδησα αρκετά για το Ντελφτ, που δεν πανηγυρίζω όταν μπαίνει το όνομά μου σε κάποιο πρότζεκτ, και πιστεύει ότι έχω την κατάρα του ανικανοποίητου Της εξηγώ ότι σε γενικές γραμμές είμαι πολύ ευτυχισμένη και στην τελική, αν έχω αυτή την κατάρα, δεν έχει θεραπεία, αλλά επιμένει πώς μπορείς να μάθεις να ικανοποιείσαι με λογικά πράγματα και όχι να αναζητάς διαρκώς το παραπάνω ή το αδύνατο. Εμένα αυτή η "θεραπεία" μου φαίνεται λιγάκι θλιβερή.
Κατά τα λοιπά, μου 'χει λείψει λίγο η Α., αλλά έχει νεύρα και σκοτώνει άνθρωπο και μιας που δεν είμαι εγώ αυτή που θέλει να σκοτώσει, για να νιώσει κάπως καλύτερα, περιμένω να της έρθει όρεξη για κοκτέιλ στο Αλεξανδρινό.
Επίσης, τώρα που το γλυκό μου το Εϊγιαφιατλαγιοκούλ (ευχαριστώ Α., βοηθάει όταν ξέρεις το όνομα του "εχθρού" σου) ηρέμησε κάπως, οι PS θα πάνε στη Νορβηγία την Παρασκευή, κι έτσι μέχρι την Πέμπτη, που πετάω κι εγώ (αν το γλυκό μου το Εϊγιαφιατλαγιοκούλ κάτσει ήσυχο και δεν ξυπνήσει το αδελφάκι του), θα έχω διακοπές, στη διάρκεια των οποίων σκοπεύω να πιω πολλούς πολλούς καφέδες, να διαβάσω και να είμαι καλή και γλυκιά και να κάνω χάρες στις φίλες και τους φίλους μου, που θα δουλεύουν.

Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

Αυτή η ανάρτηση μάλλον ενδιαφέρει καμιά δεκαριά άτομα όλα κι όλα, είναι τελείως "χαζοχαρά" για ένα από τα πιο επιτυχημένα Σ/Κ από πλευράς καλώς εννούμενης κραιπάλης με τις αγαπημένες μου αρχιτεκτόνισσες, τους Βελβεντινούς μου φίλους και τους όχι-και-τόσο καινούριους πια καινούριους μου φίλους.Ξεκινώ..
Προχθές. Προχθές, δουλειά στο γραφείο, ήλιος έξω, πουλάκια να κελαηδούν, δυνατότητα συγκέντρωσης μηδενική. Ανυπομονησία να τελειώσει η μέρα και να αρχίσει το Πρώτο Πραγματικά Ανοιξιάτικο Σ/Κ. Επιστροφή στο σπίτι, λιγάκι διάβασμα, ραντεβού με την Α. στο Μέγαρο Μουσικής, για να πάμε MG. Σταδιάκα, βρέθηκαν εκεί όλα τα Α. (και τα 4), η Σ. με την Κ., που ήρθαν με έτοιμο κέφι από το Bartessera και ήμασταν όλοι μες την καλή χαρά. Ανάμεσά μας κυκλοφορούσε μια παρεά φερέλπιδων, νέων ωραίων αγοριών και κοριτσιών, που αναζητούσαν εναγωνίως άτομα "να πειραματιστούν", με πρώτο στόχο εμένα. Εγώ επειδή είμαι βλάκας και επειδή ξεχνώ πρόσωπα και ονόματα, θεώρησα ότι γνωριζόμασταν και μου πήρε κανά τέταρτο πριν καταλάβω τις -ευγενικές μεν, πολύ διαφορετικές από τις δικές μου δε- επιδιώξεις τους. Οι φίλες μου διασκέδαζαν μ' αυτό το επεισόδιο, οι φίλοι μου ήταν κύριοι και με προστάτευσαν. Οι φερέλπιδες νέοι έφυγαν τετράς, όπως είχαν έρθει, αφού τους είχε απαρνηθεί το μισό μαγαζί. Λιγάκι θλιβερό. Εμείς, αντίθετα, συνεχίσαμε να πίνουμε, η Σ., παντελώς αχαλίνωτη, δεν επέδειξε καμία σοβαρότητα (και δεν μιλάω για την ηθική της, ως προς αυτό, κυρία). Επέμενε να πειράζει τους καινούριους μου φίλους με ερωτήσεις και ατάκες που από τη μια με έκαναν να πεθαίνω στα γέλια, από την άλλη να φοβάμαι. Η Α., ήταν όντως μια κυρία από όλες της απόψεις, αλλά όλοι ξέρουμε ότι τα φαινόμενα απατούν, διότι όλο και ψιθύριζε στο αυτάκι της Σ. και σιγοντάριζε. Όλο αυτό βέβαια ήταν ένας αρκετά απελευθρωτικός πρόλογος, για την βραδιά στην ταράτσαα που ακολούθησε, διότι πλέον οι καινούριοι μου φίλοι, έχοντας δει σε όλους το μεγαλείο τις φίλες μου, ήξεραν και ποια είμαι.
Ήπια 4 τζιν λεμονάδα. "Αυτά τα ζουμιά που πίνω". Και μετά έφαγα ένα βρώμικο. ΔΕΝ έπρεπε. Κοιμήθηκα στην Α., αφού άδειασα το στομάχι μου στην λεκάνη της τουαλέτας της κι ήρθε κι η Σ. να κοιμηθεί εκεί μετά από λίγο, διότι έχασε τα κλειδιά της. Ξυπνήσαμε κατά τις 11.30. Ήπιαμε έναν γαλλικό, πήρα κι ένα παναντόλ έξτρα. Η Α. πήγε για ψώνια με μια φίλη της. Η Σ. πήγε σε μια άλλη φίλη της, ώσπου να βρει τρόπο ν αμπει σπίτι της, κι εγώ έφτασα σπίτι μου κατά τις δυο και πήγα σούπερ μάρκετ, να πάρω τίποτα για το βράδυ, οπότε και ήταν η "ταρατσάδα". Από τη μια ήμουν τρομερά κομμάτια από την κούραση και το ξενύχτι, από την άλλη χαιρόμουν πολύ που θα μαζευόμασταν.
Είχαμε πει στις 6. Σε όλη την Ελλάδα, αυτό σημαίνει "από τις έξι και μετά". Μόνο εγώ και ο Γ. το αντιλαμβανόμαστε ως "στις 6". Ο καλός μου ο Γ. ήρθε στην ώρα του, λοιπόν, και ήπιε μαζί μου πρώτα φραπέ και μετά κρασί (ένα μπουκάλι μοσχοφίλερο Μπουτάρι, πράγμα που πολύ με χαροποίησε, γιατί κι εγώ μοσχοφίλερα Μπουτάρι είχα αγοράσει), και διασκέδαζε όταν έπαιρνα τους άλλους και τους έβριζα που άργησαν (την Α. και τον Σ., δηλαδή τους παλιούς, καλούς, αγαπημένους φίλους). Ο Σ. ήρθε με τον Μ. και την polaroid του. Χάρηκα πολύ που ήρθε ο Μ. γιατί όποιος είναι σημαντικός για τον BFF μου, θέλω να γίνεται μέρος της ζωής μου και ήταν ωραία που ήρθε να γνωρίσει τους φίλους μου. Στη συνέχεια έφτασαν οι Α.,Α.,Χ . (αδελφός του Α.) και Σ.. Είχα όλη την όρεξη να βρίσω τον Α. (που του έχω πει πόσο μισώ να με στήνουν), αλλά με έλιωσαν με μια κίνηση ματ. Μια κίνηση μοναδική και ανυπέρβλητη και μπορεί να βρίσκετε τον ενθουσιασμό μου υπερβολικό, αλλά περιμένετε να ακούσετε. Φέρανε τη σακούλα με τα δώρα. Πρώτον, ένα μπουκάλι "απ' αυτά τα ζουμιά που πίνω". Αυτό ήταν μια ευγενική χειρονομία, αλλά την έσβησε από το χάρτη το υπόλοιπο περιεχόμενο της σακούλας.
Τα παιδιά μου έφεραν δώρα. Τα βάζω με σειρά δικής μου προτίμησης, αν και εκείνοι πίστευαν ότι δεν ήταν αυτή η σειρά που θα τα έβαζα. 1.Προέκταση καλωδίου, 2.Τρυπητά για το νεροχύτη, 3.Χάρτινα σουβέρ, 4. χρωματιστά μπρελόκ, 5. καλτσάκια Spider man. Κανονικά δεν πίστευα στα μάτια μου και στη χαρά μου και είναι λίγο τρομακτικό που γνωριζόμαστε τόσο λίγο καιρό και με έχουν πάρει τόσο χαμπάρι ότι είμαι "απ' αυτές". Τα παιδιά λάτρευαν τα χρωματιστά μπρελόκ, που κι εμένα μου άρεσαν πολύ, αλλά η προέκταση καλωδίου δεν υπάρχει, απλώς.
Ύστερα ήρθαν η Α. με την Σ. και φέρανε ταρτάκια, που πολύ εκτιμήθηκαν. Και με βασάνισε λίγο η Σ. στέλνοντάς με να φέρω πράγματα από κάτω, ή από δίπλα της, από τρία χιλιοστά μακριά της "γιατί έχω έναν πόνο, από δωωωω μέχρι εδώώώώ΄". Η Α. έπαιξε κι αυτή λίγο μαζί μου, αλλά δεν τους έδωσα σημασία. Όχι, δεν είναι από αυτές που άμα δεν τους δίνεις σημασία, σταματάνε. Και δεν καταλαβαίνω γιατί, αλλά διασκεδάζω τόσο πολύ όταν με "βασανίζουν", που σχεδόν θα στενοχωρηθώ αν σταματήσουν. Ο Γ. χθες ήταν τρομερά χαρούμενος και εξωστρεφής (καινούριος έρως, τι να πεις..), οι Σ. και Μ. όμορφοι, λαμπεροί, κομψοί και αθόρυβοι, και τα υπόλοιπα αγόρια ξεχώριζαν το καθένα με τη μοναδικότητα του χαρακτήρα του. Ήρθε και ο Γ. με ένα κόκκινο κρασί, (μα τι ευγενικοί και κύριοι που είναι όλοι μου οι φίλοι!), μιλήσαμε, τα είπαμε, ήπιαμε καφέδες και κρασιά και μετά ο Α. κατάφερε να πείσει τον -σε άρνηση- Γ. να παίξουμε Παλέρμο. Αν δεν ήσασταν εκεί, δεν θα καταλάβετε ποτέ πόσο πάθος, ένταση, αγωνία και ένα ίχνος από Δάφνη Μπόκοτα, μπορεί να βάλει ένας άνθρωπος στην αφήγηση για το Παλέρμο. Παρ' ότι ήμουν πάντα θύμα, κατηγορούμουν κατ' εξακολούθηση για δολοφόνος, διότι χασκογελούσα με τις περιγραφές του Α.
Ο Γ. έφυγε πριν το Παλέρμο, γιατί έπρεπε να πάει σε ένα λάηβ. Ύστερα έφυγαν η Σ. με την Α. να πάνε σε ένα πάρτι, μετά έφυγαν ο Μ. με τον Σ. και τα αγόρια έμειναν να με βοηθήσουν να μαζέψουμε, να βγούμε όλοι μαζί. Μαζέψαμε μέσα σε δέκα λεπτά, και μετά από συμβούλιο καθ' οδόν και περίπου ημιώρου, αποφασίστηκε να πάμε όλοι στο Higg's. Πήγαμε. Ήταν ωραία, ήταν όλοι έξω, τα ποτά ήταν αισχρά. Με τον Σ. και τον Γ. πήραμε κάτι να φάμε από τα Everest και μετά καθίσαμε στο πεζοδρόμιο οκλαδόν και αναρωτιόμασταν γιατί δεν το κάνουν κι οι άλλοι και τι κομπλεξικοί είναι. Μετά καταλάβαμε ότι είμαστε ηλίθιοι και ότι εκεί που καθόμαστε κατουράνε σκύλοι και έχει γόπες και σκόνη και βρώμα. Στενοχωρηθήκαμε λίγο και μετά το ξεπεράσαμε και αρχίσαμε να πετάμε φιλτράκια στον Α., για να μας δώσει λίγη σημασία. Μας έδωσε και ησυχάσαμε. Ύστερα γνώρισα τη Σ. και τον Η.. Και πήγαμε όλοι μαζί στο MG, όπου ήρθε και η Ε. Εκεί ο Α. πέρασε ώρες αγωνίας, βλέποντας μια απροσδόκητη συμμαχία ανάμεσα σε μένα και τη Σ. που είναι Υδροχόος με ωροσκόπο δίδυμο, κι εγώ το αντίστροφο. Η Σ. με κέρδισε παίζοντας βρώμικα και προτείνοντάς μου επισήμως να μπω στο κλαμπ με τα ζωάκια. Και υπάρχει ένας όρος γι' αυτό. Είσαι ό,τι ζωάκι που οι άλλοι. Και είμαι το Αρμαντίλο. Δεν θα σχολιάσω την ασχετοσύνη του Α. που δεν ξέρει το Αρμαντίλο (ουπς, μόλις τη σχολίασα :Ρ). Είμαι χαρούμενη που είμαι το Αρμαντίλο, το θεωρώ πολύ τιμητικό. Πέρα από την Σ., πέρασα πολύ όμορφα και με τον Σ., με τον οποίο φαίνεται να έχουμε συμπληρωματικές ιδέες και ίδιο γούστο ("δε θα ταν ωραία να απλώναμε εδώ μια πετσέτα παραλίας?"). Επίσης, αυτή η Σ., η σερβιτόρα στο MG, τι γλυκό κι ευγενικό και αιθέρια μικροκαμωμένο πλασματάκι!
Τελικά η νύστα με κέρδισε, ηττήθηκα (δεν έπινα και αλκοόλ απ' όταν φύγαμε από το σπίτι και ήταν μια τεράστια πάλη που έδωσα με τον εαυτό μου με τη νύστα και την επιθυμία να μείνω στην παρέα να παλεύουν μέχρις εσχάτων). Φύγαμε με τον Σ. και τον Η., μου σταμάτησαν ταξί ιπποτικά και γύρισα σπίτι, όπου εννοείται ότι σπατάλησα κανένα μισάωρο πολύτιμου ύπνου, χαζεύοντας την Polaroid του Σ. και παίζοντας με τα δώρα μου.
Σήμερα θα πάω στον Ειλισσό, να δω μια ταινία την οποία ο Α. έχει εκθειάσει, όχι ότι έχει σημασία κι αν δεν μ' αρέσει, γιατί έχω αποθέματα καλής διάθεσης για τον επόμενο μήνα.

Σάββατο, 17 Απριλίου 2010

(Καλοί μου Α. και Α. και Κοσμά: Θα γράψω αύριο, ΠΡΕΠΕΙ να κοιμηθώ!
Θέλω να πω μονάχα, πως τα αστεία του Α., είναι στ' αλήθεια ωραία.
Πώς είναι ένας απίθανος τύπος και εδώ και δυο μήνες, ο Πεσσόα. Και νιώθει το βαρύ φορτίο στους ώμους του, αλλά το σηκώνει αντρίκια, στηρίζοντάς το με τις μαγικές του τιράντες)

Πέμπτη, 15 Απριλίου 2010

Delirious New York, BIG, MVRDV, OMA
Οργασμός Ιδεών. Μια ακατανίκητη επιθυμία να αρχίσω να σκιτσάρω ιδέες. Ιδέες για τα πάντα. Θέλω ελεύθερο χρόνο. Είναι τρομακτικό που όλες οι ιδέες σου έρχονται όταν δεν έχεις χρόνο ή όταν δεν έχεις χρήμα.
Η Β. με ρώτησε αν εξακολουθώ να γράφω για το γραφείο στο blog. Της είπα "όχι και τόσο συχνά πια. Ξέρεις, πέρασε ο έρωτας. Υπάρχει αγάπη, αλλά είναι τρυφερή, με σιγουριά, δεν υπάρχει πάθος.". Γούρλωσε τα ματάκια της και είπε "oooohhh.. that's kind of saaaad.....".
Σίγουρα πλέον δεν είμαι ξετρελαμένη με τα πάντα στο γραφείο, και αυτό είναι απολύτως λογικό. Θα ήμουν διανοητικά καθυστερημένη αν μετά από τρεις μήνες δεν ήμουν σε θέση να εντοπίσω (+) και (-). Να βρω τι μου ταιριάζει περισσότερο και τι όχι. Όμως παράλληλα, τα πράγματα που εκτίμησα από την αρχή, τα εκτιμώ σε όλο και μεγαλύτερο βάθος. Και χαίρομαι πολύ γιατί δεν έχει περάσει ούτε μια μέρα που να έχω μετανιώσει που είμαι στους PS. Και εκτιμώ πολύ το ότι τα παιδιά αναφέρουν το όνομά μου σε όλα τα πρότζεκτ που βοήθησα έστω και λίγο, που ρωτάνε τη γνώμη μου, που ρωτάνε τι κάνω, αν πέρασα καλά χθες και ξέρω ότι τους ενδιαφέρει.
Αυτά με το γραφείο..
Κατά τα άλλα, έχω πάθει τρομερή πλάκα με τα καινούρια μου βιβλία, τα απλώνω και τα μαζεύω μπροστά μου, θέλω να τα διαβάσω όλα ταυτόχρονα, κάτι που δεν αποκλείεται, γιατί μπορώ να προχωράω τον Μουρακάμι και να διαβάζω πότε ένα ποίημα πότε ένα διήγημα για διάλειμμα. Γενικά, επειδή δεν περιμένω καθόλου σε μετρό και ηλεκτρικό και η διαδρομή για το σπίτι είναι πολύ κοντινή, δεν έχω βιβλίο στην τσάντα μου. Σήμερα όμως πήρα ένα μαζί μου, δεν μπορούσα να το αποχωριστώ. Το χάνω, γιατρέ. Το νιώθω.
Ακόμη δεν έχω εγκαταστήσει photoshop και office στο pc και έτσι έχω τις ιδέες να στοιβάζονται η μια πάνω από την άλλη, με αποτέλεσμα οι κάτω-κάτω να καταπλακώνονται και άρα να ξεχνιούνται και συνήθως είναι και οι καλύτερες, γαμώτο, γιατί είναι οι πιο αυθόρμητες
Επίσης, θέλω πολύ να κοροϊδέψω δημόσια την Α., αλλά δε θα το κάνω. Έτσι, για να εκτιμήσεις τι καλή φίλη είμαι και ξέρεις πως με τρώνε τα δαχτυλάκια μου να πληκτρολογήσω τη σημερινή μας συνομιλία. Αλλά ας όψεται που σ' αγαπώ και που σου χρωστάω χάρη (καλά, χάρες).
Έρχεται πάλι σκόνη απ' τη Σαχάρα έμαθα. Γαμώτο. Και με έβαλε η μανούλα να ορκιστώ ότι πριν έρθουν τα παιδιά στην ταράτσα θα τη σκουπίσω. "Να τη σκουπίσεις! Όχι να πεις, σιγά καλέ δεν παρεξηγούν τα παιδιά!". Θα τη σκουπίσω τη ριμάδα. Επίσης, ο πατέρας μου μου έδειχνε μισή ώρα ποιά λουλούδια θέλουν πόσο πότισμα και από που ανάβουν τα λαμπάκια της λίμνης, από που τα γύρω-γύρω τα χρωματιστά και πώς δουλεύει ο διακόπτης floater του μικρού καταρράκτη (ο Θεός να τον κάνει). Νιώθω ότι πλησιάζει η ώρα που θα αρχίσει το νέο κύκλο εφευρέσεων.
(χμ.. το ότι μιλάω για τον μπαμπά μου κρυφοκαμαρώνοντας μπορεί να σημαίνει ότι η "εφηβεία" που περνάω φτάνει στο τέλος της. Ευτυχώς, διότι κουράστηκα να είμαι σε άρνηση)

Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

Σήμερα. Δουλειά. Κάψιμο στον υπολογιστή, πολύ autocad, πολλή έρευνα για το διαγωνισμό στην Taiwan. Στην αρχή, καλή διάθεση χωρίς λόγο. Λίγο αργότερα, κακή διάθεση χωρίς λόγο.
Τηλέφωνα με την Α., να κανονίσουμε συνάντηση μετά το γραφείο.
Τελειώνει πιο αργά από μένα κι είχαμε ραντεβού στο σύνταγμα. Έτσι, πήγα στα Public και πήρα τρία βιβλία:
1.Λένος Χρηστίδης, Bororo
2.Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης, Η φυλή των Happy few
3.Άθως Δημουλάς, Τα Ποιήματα.
Η κάθε επιλογή κουβαλάει μια μικρότερη ή μεγαλύτερη ιστορία πίσω της. Το θέμα είναι οτι κανένα δεν έκανε πάνω από 15 ευρώ, και όταν πληρώνω κάτω από 15 ευρώ και παίρνω το μυαλό του άλλου στην τσέπη μου, μου φαίνεται ότι σχεδόν κάνω κλοπή. Κι έτσι μπερδεύτηκα και τα πήρα και τα τρία.
Ύστερα πήγα με την Α. στο Bartessera. Περιέργως, ενώ τα νέα της και η διάθεσή της ήταν καλά, εγώ ήμουν μέσα στον εκνευρισμό, την κούραση, την ένταση και την αίσθηση ματαιότητας. Άγνωστο το γιατί. Το δεύτερο κρασί με βοήθησε κάπως, αλλά λίγα πράγματα.
Η Α. θα συνέχιζε. Θα πήγαινε στην πλατεία Μαβίλη, να τα πει με την Σ., με την οποία εγώ τα είχα πει τη Δευτέρα και ήμουν πολύ πτώμα για να ακολουθήσω.
Πήρα την αυριανή Athens Voice και τη Lifo "της ώρας" και μπήκα στο μετρό.
Έτσι ήρθα στο σπίτι, όπου οι καημένοι οι γονείς μου με περίμεναν, για να με ρωτήσουν μήπως με πειράζει που θα φύγουν το Σ/Κ, ενώ έχω καλέσει τους φίλους μου, μήπως νιώθω ότι σνομπάρουν τους φίλους μου ή ότι χρειάζομαι βοήθεια και αυτοί θα λείπουν. Είναι πολύ καλούληδες ώρες-ώρες. Τους διευκρίνισα ότι ΟΧΙ, καμία σχέση! Καλό δρόμο, καλά να περάσουνε κλπ.
Αυτή η εβδομάδα περνάει αρκετά αργόσυρτα. Θα ήθελα να έρθει η Παρασκευή το συντομότερο δυνατόν.
Βασικά, θα ήθελα να έρθει η 29η Απρίλη το γρηγορότερο δυνατόν, γιατί έχω να φύγω από την Αθήνα από το Νοέμβρη και ήρθε η ώρα μου να το σκάσω για λίγο πάλι. Το νευρικό μου σύστημα μου στέλνει μηνύματα με ακαριαίους πονοκεφάλους. Χρειάζομαι αποσυμπίεση.

Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010

Πάει το MG κύριοι. Το Εμ Τζι αλώθηκε! Διότι πήγα εκεί με την Σ. και την Κ. και την φίλη της Σ., την Η., και τώρα το Εμ Τζι είναι Δικό Μου, όσο είναι και δικό σας (ξέρουν αυτοί σε ποιούς τα λέω). Και η γλυκύτατη σερβιτόρα μας άδειαζε το τασάκι κάθε λίγο και λιγάκι και μας έφερνε και νερά με παγάκια και πατατάκια. Δυο φορές πατατάκια! Αμέ!
Αλλά η Α. έλειπε. Η Α. δεν είναι πολύ καλά και έχει λόγους γι' αυτό. Όχι υγείας, όχι προς θάνατον, αλλά ξέρετε τώρα τι ανώριμα κολλημένη είμαι με την Α. και όσο καλά κι αν πέρασα, όλο την είχα στο μυαλό μου. Αλλά θα φτιάξουν τα πράγματα ρε θείο!
Και στο Εμ Τζι έπαιζε το Μακ Δε Νάηφ, και Τζάνγκο Ρέινχαρτ και Δις ιζ α μανς γουορλντ και Σταντ μπαη μη. Και ήταν ζεστά. Και ήταν λίγο σαν Ντίλι-Ντίλι (βλ. Ξάνθη) και λίίίίγο σαν Καταφύγιο πολύυυ παλιά. Και οι φίλοι μετράνε και τίποτα άλλο. Κι οι καινούριοι είναι υπέροχοι και φρέσκοι και συναρπαστικοί, μα οι παλιοί (έστω κι αν "πάλιωσαν" βεβιασμένα, μέσα από ζόρια) είναι κάτι άλλο. Είναι εκείνοι που δεν ρωτάνε όταν σηκώνεσαι να φύγεις ξαφνικά, εκείνοι που δε ρωτάνε όταν χαμογελάς με νόημα στο άπειρο. Ρωτάνε, δηλαδή, αλλά την ξέρουν την απάντηση από πριν.. Ρωτάνε όταν θέλεις να πεις, σιωπούν όταν δεν..
Και η Σ. βρήκε δουλειά σε αρχιτεκτονικό γραφείο που τα σπάει.
Και χαιρόμαστε γι' αυτό και μπράβο και ζήτω και τώρα να σε δω "κουφάλα", αν θα την παλεύεις πια στις ποτάρες μας.
Και πέτυχα τον πρώτο ταξιτζή που δεν ήταν ρατσιστής, ή φασίστας ή ακροδεξιός σήμερα. Αλητεία μεγάλη ο ταξιτζής. Σιωπηλός, με την κοτσίδα του, ίσα να πετάξει δυο υπονοούμενα για την αστυνομία στην Αλεξάνδρας, να δώσει το στίγμα του και μετά κύριος.
Και βγήκα με διάθεση υπό το μηδέν. Και γύρισα με διάθεση γύρω στο 7. Και διάβασα ένα μέηλ και πήγε στο 8.5.
Και οι φίλοι θέλουν να γνωρίσουν τους φίλους, και σας το λέω, εσάς εκεί έξω, το Σάββατο έχει ταρατσάδα, μην κανονίσετε τίποτα. Μεσημεροαπόγευμα.. Να έχει ήλιο, αλλά να σηκώνει μπύρες.
Είναι το απ' τα πιο άσχημα συναισθήματα να μην είναι καλά ένας δικός σου και να μην μπορείς να κάνεις κάτι γι' αυτό, αλλά τελικά πάντα κάτι μπορείς να κάνεις, όταν είναι έτοιμος κι ο άλλος να γίνει καλύτερα. Χαζά πραγματάκια. Δίνουμε χρόνο, περιμένουμε το σήμα και πάλι με χρόνια με καιρούς..
Το μεσημέρι σήμερα πήγα σούπερ μάρκετ με την B. να πάρει υλικά για το χορτοφαγικό μεσημεριανό της. Μια βόλτα ενός το πολύ τετάρτου στο μεσημεριανό ήλιο, να φεύγει λίγο το μάτι από τον υπολογιστή, να φεύγει λίγο το μυαλό από τα άγχη και γίνεσαι σχεδόν καινούριος. Μετά το σημερινό ξενύχτι βέβαια, δε νομίζω να με γλιτώσει αύριο από το σάπισμα και την (εσωτερική πάντα) γκρίνια.

Σάββατο, 10 Απριλίου 2010

Αυτή η ανάρτηση είναι ειδικά αφιερωμένη στον Κοσμά (ελπίζω η Ε. να μην το παρεξηγήσει :Ρ), στον Κοσμά, που απεχθάνεται τα αρχικά και να είναι άσημος μέσα στο χάος της αλφαβήτου αυτού του μπλογκ.
Ξεκινώ..
Για αρχή, να πούμε ότι γράφω υπό την επήρεια ενός φραπέ, δύο σκέτων γαλλικών και ενός ποτηριού λευκού κρασιού. Συν ένα ψάρι στα κάρβουνα, που δεν ξέρω πως μου έκατσε τόσο βαρύ. Α, και δυο κομματάκια σοκολατόπιτας με μόνο 6 κουταλιές κακάο.
Ξαναξεκινώ.
Ξύπνησα σήμερα κατά τις 11.30 από τηλέφωνο που κουδούνιζε. Αναρωτήθηκα τι διάολο το έχουμε το ασύρματο, αφού δεν το παίρνουν ποτέ μαζί τους στην ταράτσα-ζούγκλα. Ανακάλυψα ότι έτσι κι αλλιώς οι γονείς μου δεν ήταν στην ταράτσα, αλλά στη λαϊκή. Επέστρεψαν χωρίς να μου φέρουν μάνγκο, αλλά φέρνοντάς μου σκουμπρί καπνιστό, που το έτρωγα στη Βαβέλ, στην Ξάνθη και μου μύρισε (όχι δεν μεγαλώνει το μωρό της Ρόζμαρυ στην κοιλιά μου).
Ρίξαμε ένα πρωινό καυγαδάκι με θέμα το αν είναι το μεσημεριανό με την οικογένεια σημαντικότερο από τον καφέ με φίλου ή όχι, τι προτεραιότητες έχω σε αυτή τη ζωή, ποιος θα με αντέξει έτσι που είμαι κλπ. Φιλιώσαμε. Φάγαμε το ψάρι.
Πήγα για καφέ με τον Ρ. (τον συμβουλάτορα), ο οποίος ήταν με τον Α. στο Διπλό. Καμία χρήσιμη συμβουλή αυτή τη φορά και ανακάλυψα ότι όταν ο Ρ. συνδυάζεται με άλλον άντρα στην παρέα κάτι παθαίνει και του βγαίνει ο διάολος από μέσα του και αρχίζει τα μισογυνιστικά. Δεν εκνευρίστηκα Διασκέδασα.
Ήρθε ο Σ. και με πήρε από το Διπλό και πήγαμε στην Καλλιδρομίου, στο Μπέρμπον (βαριέμαι να γυρίσω το πληκτρολόγιο σε αγγλικά, παρντόν). Πολύ ωραίος καφές, πολύ ωραία κουβέντα, αλλά το Σάββατο έχει λαϊκή στην Καλλιδρομίου και περνούσαν μετά σκουπιδιάρικα και κάτι άλλα που ψεκάζουν νερό το δρόμο και νερό με σάπια λαχανικά τους θαμώνες του Μπέρμπον. Ήμουν πολύ μπερδεμένη, γιατί είχε ήλιο και ήθελα να φοράω τα γυαλιά ηλίου μου (πήρα πρώτη φορά στη ζωή μου πριν ένα μήνα), αλλά από την άλλη δε μου αρέσει να μιλάω με τον άλλο και να βλεπόμαστε μέσα από τη σκοτεινιά του φακού, κι έτσι τα 'βγαλα. Ήθελα πολύ να τραβήξω τον Σ. μερικές φωτογραφίες, γιατί κάτι με έπιασε με τη φθορά και το χρόνο και ήταν πολύ όμορφος μέσα στο μεσημεριανό φως, αλλά μετά το ξέχασα. Μιλήσαμε για ανθρώπους, σχέσεις, ανεργία, σπουδές, ελάχιστο παρελθόν, πολύ παρόν, ακόμη πιο ελάχιστο μέλλον. Ήρθε ο Α. (όχι του Διπλού, άλλος) και χάρηκα γιατί μου αρέσει να γνωρίζονται άνθρωποι που εκτιμώ. Παρ' όλα αυτά, ο Α. πέρασε μια δύσκολη εβδομάδα και ήταν κουρασμένος και ο Σ. είναι αρκετά συγκρατημένος όταν γνωρίζει καινούριο κόσμο, αλλά ξέρω σίγουρα ότι ο Σ. συμπάθησε τον Α.. Για το αντίστροφο δεν έχω προλάβει να ρωτήσω, ίσως και να μη χρειάζεται, γιατί ο Σ. είναι ο BFF μου έτσι κι αλλιώς. Ύστερα ήρθε ο άλλος Α., ο φίλος του Α. και -ναι, θα το πω, το λέω- φίλος μου, σαφέστατα ζωντανός και υπερκινητικός, με νέα από το Πάσχα και μετά το Πάσχα. Ο Σ. έφυγε μετά από λίγο, διότι είχε να πάει να κάνει μοντάζ και εργασίες. Ήρθε όμως ο Κοσμάς. Και η Μ.. Με σοκολατόπιτα. Η διάθεση του Α. άρχισε να φτιάχνει όταν άλλαξε καρέκλα και μεγάλωσε κάπως η παρέα. Μετά ήρθε και η Α. (σοβαρά τώρα, δεν είναι τρικ όλα αυτά τα Άλφα), η Α. του '89, όχι η δικιά μου δικιά μου Α., και σκεφτόμουν ότι "τι μου φταίει η δύστυχη, έχει τα προβλήματά της, θα την φέρω κι εδώ με τους άγνωστους σε ημίτρελη κατάσταση", αλλά διασκέδασε πολύ. Πρέπει να πω ότι υπήρξε μια στιγμή μέσα στα σκοτάδια, κατά την οποία φορούσαμε γυαλιά ηλίου και εγώ ήμουν βουλιαγμένη στο παλτό του Α. γιατί έκανε ψοφόκρυο και η σοκολατόπιτα με το αλουμινόχαρτο ανάμεσα στις μπύρες και ο Α. γονατισμένος πάνω στην καρέκλα να κουνιέται νευρικά μετά από μια ατυχή συνάντηση με άτομο γένους θηλυκού, αφού είχε αδειάσει δυο φακελάκια ζάχαρη στο γόνατο της Μ. χωρίς κάποιον προφανή λόγο. Ύστερα ήρθε και η Ε., η ξαδέλφη του, η οποία πάλι δεν πρόλαβε να αρθρώσει κουβέντα.
Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί κάναμε τη ζωή μας δύσκολη και προσποιούμασταν ότι το κρύο δεν υπήρχε απλώς για μας, αλλά δεν αρνούμαι ότι διασκέδασα αυτή την ελαφρά αντιστασιακή μας πράξη απέναντι στον κοροϊδευτικά μη ανοιξιάτικο καιρό.
Επίσης, εάν δεν βρεθεί κάποιος άλλος σε αυτή την παρέα εκτός από εμένα και τον Α. να θέλει να παίξει παιχνίδια (μεγάλη ιστορία το τι παιχνίδια είναι αυτά), θα νοικιάσω κόσμο να παίζει μαζί μας.
Κατέληξε να είναι μια ωραία βραδιά, που τελείωσε χωρίς να ξεχειλώσει, με εμένα και την Α., να της δίνω τις τελευταίες συμβουλές (τρομάρα μου) πριν γυρίσει στο Ρέθυμνο, περπατώντας προς την Ομόνοια.
Γύρισα σπίτι και βρήκα τους γονείς μου να βλέπουν το "Η ζωή είναι ωραία", σκέφτηκα ότι δεν είναι η βραδιά που θα αυτοκτονήσω σήμερα, τους παρότρυνα να αλλάξουν κανάλι και ήρθα στο αναγεννημένο μου λαπτοπάκι (καλόόόόό μου εσύ! τι όμορφο που είσαι.. τι θα 'κανα χωρίς εσένα.. -αυτοσαρκασμός).
Στο οποίο βρήκα ένα πολύ όμορφο μέηλ, που αποδείκνυε ότι καλά κάνω και εμπιστεύομαι τις σκέψεις μου σε ανθρώπους που θεωρώ δικούς μου χωρίς δισταγμούς, τύπους και ανασφάλειες. Είναι ωραίο να προσφέρεις σε κάποιον μια φέτα απ' το μυαλό σου και να το τρώει σαν δροσερό κομμάτι καρπούζι και όχι σαν πιάτο χλιαρές φακές.

Παρασκευή, 9 Απριλίου 2010

Πήρα πριν από μια ώρα το πισι πάλι στα χέρια μου. Και αμέσως άρχισα να γράφω στο μπλογκ. Αλλά δεν είχα κατεβάσει ακόμη μοτζίλα και έγραφα στον εξπλόρερ. Κάνω ένα ριφρες στην ανάρτηση για να ελέγξει την ορθογραφία, και χάνεται όλο το κείμενο. Ήταν μεγάλο. Αυτό θα είναι πιο μικρό, όπως αντιλαμβάνεστε, διότι έχω και ευαίσθητο νευρικό σύστημα.
Το πισι, λοιπόν, υπήρχε πιθανότητα να το πάρω στα χέρια μου μετά από 25 μέρες, διότι θα πήγαινε έξω για φτιάξιμο αν δεν έπαιρνε φορμάτ. Αλλά ο καλός μου πατερούλης βρήκε την άκρη και μου τον έφερε σήμερα.
Παρ' ότι σκεφτόμουν το τελευταίο τετραήμερο εκατοντάδες πράγματα που θα έκανα αν είχα το πισι, τώρα που ήρθε στα χέρια μου, τα ξέχασα όλα. Νταμ!
Σήμερα ήταν μια αρκετά ενδιαφέρουσα μέρα στο γραφείο. Ανοίγονται νέες πόρτες και προοπτικές, ξεκινάει καινούριος διαγωνισμός και μπαίνουμε πάλι σε δημιουργικότερη περίοδο, πράγμα που με χαροποιεί ιδιαίτερα. Θα σας δώσω εν καιρώ λεπτομέρειες
Επίσης σήμερα ήρθε και γράμμα απ' το TU DELFT, που με ενημερώνει γραπτά και επισήμως ότι έγινα δεκτή και θα χαρούν πολύ να με δουν και να τους στείλω και τα 1670 ευρώ, να χαρούν λίγο ακόμη.
Χθες πήγα μετά το γραφείο στους Διόσκουρους (τους κάτω) με τον Γ. (αυτόν που απειλώ στο προηγούμενο ποστ) και κάναμε μια πολύ βοηθητική συζήτηση, για να καλυτερεύσουν οι ζωές και των δυο μας. Μετά πήγαμε στο Taf και γνώρισα την καινούρια του κοπέλα, η οποία μοιάζει καταπληκτικά με μια δεύτερη ξαδέλφη μου, την οποία συμπαθώ πολύ και άρα δεν ξέρω αν η συμπάθειά μου για την Ε. ήταν επηρεασμένη από την οικία εικόνα της η όντως θα τη συμπαθούσα έτσι κι αλλιώς. Υποθέτω ότι δεν θα μάθουμε ποτέ.
Κατά τα λοιπά, διακρίνω στην ατμόσφαιρα έναν εκνευρισμό, μια αίσθηση ματαιότητας, μια απογοήτευση, σπασμωδικές αντιδράσεις, μια παραίτηση. Μπορεί να είναι κι η ιδέα μου.
Ξεκίνησα το Κουρδιστό Πουλί του Μουρακάμι. Είναι 820 σελίδες και δεν υπάρχει καλύτερη συντροφιά από ένα καλό, βαρύ (σε κιλά) μυθιστόρημα. Τα διηγήματά από την άλλη, τα θέλω ελαφριά, να τα κουβαλάς στην τσάντα και να μη σου πέφτει ο ώμος.
Βάζω στη διάθεσή μου ένα χλιαρότατο 6/10, κι αυτό απλώς γιατί είναι Παρασκευή, αλλά όλοι ξέρουμε ότι αυτό θα φτιάξει σύντομα.

Τετάρτη, 7 Απριλίου 2010

AAAAAAAAAAAAAA δεν έχω πι σι!! Κάτι, έπαθαν λέει, κάτι πράματα που τα λένε παρτίσιονς στο σκληρό δίσκο και είναι δυο μέρες τώρα στο γιατρό. Γι' αυτό δεν είχατε νέα μου. Θα τα πω περιληπτικά, διότι γράφω από το πι σι του πατερούλη και δεν εμπνέομαι ιδιαιτέρως.
Το Πάσχα με αφήνει παγερά αδιάφορη, είχε παππούδες, γιαγιάδες σαλαλαλαλαλα υγεία να 'χουμε και του χρόνου κλπ κλπ.
Την Κυριακή το βράδυ όμως, άρχισε να εμφανίζεται ένα σχετικό ενδιαφέρον. Βγήκα με την Α.. Όχι την Α, τη γνωστή. Την Α. του '89, την παιδική μου φίλη, την οποία θυμάμαι απ' όταν φορούσε πάμπερς και κάναμε κάμπινγκ όλοι μαζί με τους γονείς της και τον αδελφό της, συνομήλικο του αδελφού μου. Πολύ μετά ήρθε στον κόσμο κι η αδελφή της. Τέλος πάντων, μιλάμε για ένα κορίτσι σαν τα κρύα τα νερά, ένα πανέμορφο πλάσμα, λες και βγήκε από τα δάση, τα νερά κλπ κλπ. Η οποία ήθελε συμβουλές σχέσεων. Χάλια κατάσταση. Περίμενα ότι θα αντιμετωπίσω κάτι απλοϊκό και χαζοεφηβικό, αλλά δυστυχώς δεεεν.. Μην φανταστείτε τίποτα τραγικό, απλώς ήταν λίγο βαρύ το κλίμα. Στο πρώτο λικέρ. Στο Βρεττό. Στο τρίτο ήταν όλα μια χαρά. Συνάντησα και τον Λ. με την Ε., την κοπέλα του και έμαθα κι άλλα νέα για την προσωπική ζωή του φίλου μου του Γ. (ξέρω ότι διαβάζεις, βρες χρόνο να πάμε για καφέ, αλλιώς όλα θα τα μάθω από τρίτους-όχι ότι δεν έχει πλάκα). Επίσης είχα μια πολύ ωραία κουβέντα με τα παιδιά, της οποίας το θέμα δεν θυμάμαι ακριβώς, ήταν μάλλον περί ανέμων και υδάτων, αλλά τσούλαγε ωραία. Κατά τη διάρκεια της βραδιάς, μας πλεύρισε ένας τύπος, ο οποίος ρώτησε πρώτα αν είμαστε ομοφυλόφιλες (έλεος πια, έλεος! επειδή έχουμε κοντά μαλλιά και ΔΕΝ κοιτάμε γύρω μας για γκόμενους, είμαστε ζευγάρι! Δηλαδή, έλεος.) και μετά συστήθηκε ως θεατρικός συγγραφέας και δεν με ενδιαφέρει ούτε τι έχει κάνει στη ζωή του ούτε τι θα κάνει. Ήταν από αυτούς τους τύπους με το τελείως κενό, βοηδίσιο βλέμμα, με το οποίο όμως σε καρφώνουν πεισματικά, προσπαθώντας να σε πείσουν για το βάθος των λόγων τους. Αερολογίες, και δεν μπορώ, συγνώμη. Πέρα από αυτόν τον τύπο, τον οποίο ομολογώ ότι παράτησα στην Α. κάποια στιγμή και εκείνη όχι και τόσο κομψά τον γείωσε, υπήρχε και μια παρέα κυρίων γύρω στα 60 οι οποίοι ήθελαν να μας κεράσουν ένα λικέρ. Ομολογώ ότι σπατάλησα 25 περίπου δευτερόλεπτα προσπαθώντας να αντιληφθώ αν πράγματι ήταν δυνατόν να πιστεύουν ότι θα δεχόμασταν το κέρασμα με ότι αυτό συνεπάγεται, ή αν απλά έπαιζαν σαν παιδιά ξέροντας ότι δεν είχαν και τίποτα να χάσουν.
Τέλος πάντων.. Τη Δευτέρα την πέρασα προσπαθώντας να χωνέψω ότι ο υπολογιστής μου πεθαίνει. Αυτό, και διάβασα Ρόμπινς.
Την Τρίτη πήγα στο γραφείο. Ωραία μέρα, είχα όρεξη, μου είχε ψιλολείψει η δουλειά (μην καραφλιάζεις καλή μου Α.), με πήρε κι η Α. από το ΚΤΕΛ, της είπα ότι είμαι γραφείο, με έβρισε, κάπως προβληματίστηκα.. Στις 6.30 προβλήθηκε η εκπομπή στον 902 (γελάτε όσο θέλετε) με το αφιέρωμα στο γραφείο. Φαινόμουν ολόκληρη και έγραφε και το όνομά μου. Χάρηκε η μανούλα μου. Εγώ στο μεταξύ έπινα καφέ με τον Σ., τον υπερ-υπερB.F.F μου, ο οποίος μου είχε λείψει τρομακτικά πολύ και το κατάλαβα όταν τον είδα, αλλά θα καθίσει ως τις 19 Ελλάδα, οπότε θα τον χαρώ λιγάκι. Μου έφερε δώρο το πιο φανταστικό viewmaster του σύμπαντος. Χωρίς αυτά τα κυκλάκια που δεν ξέρω πως τα λένε, και έχουν μέσα τις εικονίτσες. Τα ξέχασε. Αλλά δεν με πειράζει γιατί έχω από μικρή και επιπλέον γιατί όταν κοιτάζω τα λευκά φωτεινά τετραγωνάκια, ηρεμεί ο εγκέφαλός μου. Λέω να το χρησιμοποιήσω έτσι. Σαν κινητό δωμάτιο απομόνωσης.
Μετά το Σ., με τον οποίο ήπια δυο κρασάκια, πήγα στην Α., να μάθω τα νέα από την Πρέβεζα και να της πω τα δικά μου. Με διασκέδασε αρκετά, αλλά δεν θα την εκθέσω (γιατί θα με σκίσει, όχι για κανέναν άλλο λόγο), θα πω μόνο ότι έχει πολλούς και κάθε είδους θαυμαστές τελευταία.
Επίσης χάρηκα με ένα τηλέφωνο που με πληροφορούσε ότι ένας φοιτητής και ένας καθηγητής ήρθαν κοντά και υπήρξε δράση και έμπνευση και σπίθα.
Σήμερα πάλι γραφείο, έκανα μια δουλειά που μου άρεσε τρομερά και δεν ξέρω κατά πόσον σχετίζεται με αρχιτεκτονική (οκ, ξέρω, μάλλον καθόλου). Στην ουσία ζωγράφιζα στο autocad ζούγκλες, αερόστατα, παραλίες και ενυδρεία Μην ρωτάτε, δεν μπορώ να πω παραπάνω.
Η ζωή χωρίς υπολογιστή είναι ωραία. Αν υπάρχει ο υπολογιστής κάποιου άλλου να δανειστείς.
Μ' αρέσει που θα τα έλεγα περιληπτικά.
Υ.Γ.: Ο αδελφός μου έκλεισε σπίτι στο Μόναχο, μου έστειλε και φωτογραφίες. Μ' αρέσει, έχει δυνατότητες.

Σάββατο, 3 Απριλίου 2010

Διαισθάνομαι ότι αυτή η ανάρτηση θα είναι πολύ χαοτική ως προς το περιεχόμενο και τη ροή των ειρμών της. Όσοι πιστοί..
Χθες ήταν ίσως η λιγότερο μελαγχολική Μεγάλη Παρασκευή της ζωής μου, καθώς έφαγα στο Food Company στα Εξάρχεια με φίλους και όχι αλάδωτες φακές στο σπίτι με συγγενείς. Και ακολούθησε ένας καφές στην Καλλιδρομίου, στο Bourbon. Δεν θυμάμαι αν ο φραπές αυτός καθ' εαυτός ήταν καλός ή όχι, αλλά είχε ήλιο, ο οποίος με χτυπούσε καταπρόσωπο, πράγμα που πολύ απολάμβανα. Κάπου πιο κει γυρόφερνε μια γάτα, ένα άδειο μαγαζί προς ενοικίαση που δεν έβλεπες που τελειώνει, ένα ξύλινο παντζούρι στολισμένο με ένα κοριτσάκι γκραφίτι και άλλα τέτοια μαγικά. Ήμουν σχεδόν σίγουρη ότι κάτι θα στράβωνε και η μέρα θα τελείωνε ελαφρώς απαίσια, αλλά περιέργως επικράτησε ηρεμία, τάξη και ασφάλεια.
Ο αδελφός μου στο Μόναχο βρήκε το τέλειο σπίτι, αλλά μέχρι να μιλήσει με τους γονείς μου, το είχαν νοικιάσει και τώρα θα περιμένει την Τρίτη να δει μήπως γίνει τίποτα για εστίες και να ψάξει για άλλο σπίτι. Σκεφτόμουν ότι τα νέα του αδελφού μου λογικά δεν σας ενδιαφέρουν, αλλά ύστερα σκέφτηκα ότι ούτε τα δικά μου έχει λογική να σας ενδιαφέρουν κι όμως υπάρχουν άνθρωποι που διαβάζουν αυτό το μπλογκ, όπως κι εγώ απολαμβάνω να διαβάζω για ξένες καθημερινότητες.
Τέλος πάντων..
Σήμερα ξύπνησα κατά τις δωδεκάμισι, με απολύτως καμία όρεξη, διότι είμαι από εκείνους τους ανθρώπους που δεν αντέχουν το Πάσχα, αν και αυτό πιστεύω ότι έχει να κάνει με το γεγονός ότι και οι δυο γονείς μου είναι μοναχοπαίδια και άρα η συγκέντρωση του Πάσχα δεν αποτελεί ιδιαίτερη αφορμή για να βρεθώ με τα πρώτα ξαδέλφια, γιατί πολύ απλά δεν υπάρχουν, ενώ τα δεύτερα είναι όλα μεγαλύτερα, παντρεμένα, με εξαίρεση τον αγαπημένο μου ξάδελφο, που είναι στην Αγγλία και νομίζω ότι θα είναι για πάντα στην Αγγλία. Επομένως το Πάσχα είναι σαν οποιαδήποτε συγκέντρωση, plus εκκλησία, που δεν είναι το αγαπημένο μου. Έχω κερδίσει το να μην πηγαίνω στην Ανάσταση, διότι έχω παθολογικό φόβο για τα βεγγαλικά.
Αφού ξύπνησα, σκέφτηκα "ω γαμώτο είναι Πάσχα" και έφαγα για μεσημέρι (να με σκοτώσεις, δεν θυμάμαι τι), έπεσα για μεσημεριανό ύπνο. Το παθαίνω αυτό όταν δεν έχω όρεξη. Το πάθαινα και στην Ξάνθη που έμενα μόνη μου, δεν είναι δηλαδή μια δικαιολογία να αποφύγω τους γονείς μου. Και εκεί που κοιμόμουν, με ξυπνάει το κινητό, βλέπω ότι είναι η Α., πατάω στεγνά το αθόρυβο, διότι ξέρω ότι δεν θα με παρεξηγήσει, και συνεχίζω τον ύπνο. Αλίμονο όμως! Με στοιχειώνει τρομερός εφιάλτης, ότι κάνουμε με την Α. ακόμη διπλωματική και με πήρε να μου πει ότι τα μισά σχέδια είναι λάθος, δεν προλαβαίνουμε, καταστροφή, πανικός κλπ. Αναρωτήθηκα αν αυτά τα ψυχολογικά τραύματα θα γιατρευτούν ποτέ και κατέληξα πως όχι. Διότι όταν ξύπνησα και πήρα την Α., μου είπε ότι είδε στον ύπνο της έναν καθηγητή μας και αναρωτιόταν για πόσο ακόμη θα βλέπουμε στον ύπνο μας τους καθηγητές μας.
Ο μεσημεριανός μου ύπνος κράτησε γύρω στο τετράωρο συνολικά, και πολύ το χάρηκα, διότι ήθελα και χθες έναν μεσημεριανό ύπνο, που δεν τον πρόλαβα διότι δεν χωρούσε μεταξύ καφέ και επιταφίου
Με τον απογευματινό καφέ έκανα έναν μίνι διαλογισμό-απολογισμό σχετικά με θέματα που με απασχολούν τελευταία, και κατά συνέπεια απασχολώ με αυτά την Α. και βρήκα ότι αδίκως σπαταλώ τον χρόνο της με πολύωρες συζητήσεις για άλυτα θέματα, μετά σκέφτηκα "τι καλά! γι' αυτό είναι οι φίλοι, τι καλή φίλη που έχω" και διάβασα λιγάκι από το "Μισοκοιμισμένοι μες στις Βατραχοπιτζάμες μας", που εκτυλίσσεται την Μεγάλη Εβδομάδα.
Η ώρα περνούσε και έπρεπε να ετοιμαστώ να πάω στη γιαγιά, από την οποία θα περνούσαν μετά την Ανάσταση ο μπαμπάς και η μαμά, να φάμε μαγειρίτσα. Αποφάσισα ότι αφού το ζούσα που το ζούσα όλο αυτό το ρετρό οικογενειακό σκηνικό, ας προσποιούμουν ότι είμαι όντως καλή εγγονή. Ας υποδυόμουν έναν ρόλο. Έβαλα, λοιπόν μια τρομερά ψηλοκάβαλη φούστα, από τα νιάτα της μαμάς μου, vintage, όχι αστεία, που η μέση της ήταν λίγο κάτω απ' τα πλευρά, καφέ μπαρέτες με τακούνι, μπορντώ πουλοβεράκι με "V" και το κρεμαστό που φορούσα στην ορκωμοσία, που είναι ένας χάλκινος φοίνικας (το πουλί, όχι το δέντρο). Ήμουν τουλάχιστον για κατηχητικό. Γελούσα μόνη μου μπροστά στον καθρέφτη.
Κοίταξα το κινητό μου, το οποίο το είχα ξεχάσει στο αθόρυβο από το μεσημέρι και είδα δυο κλήσεις και ένα μήνυμα. Όλα από τον Μ.Σ.. Τον καθηγητή μου της ζωγραφικής στο γυμνάσιο. Τον πήρα τηλέφωνο και ανταμείφθηκα με τόσες ευχές και τόσο από καρδιάς που δάκρυσα (όχι από τα νεύρα, δεν θέλω κακοήθειες, επειδή δλδ το νευρικό μου σύστημα είναι κάάάάάπως..!). Θα κάνει κάποια επέμβαση μετά την Κυριακή του Θωμά και μετά θα βρεθούμε. Τι άνθρωπος, Θεέ μου! Πόσο ξεχειλίζει από ζεστασιά, είναι απίστευτο. Θα ήθελα η εκτίμηση, ο θαυμασμός και η αγάπη που του έχω, να ήταν κάτι χειροπιαστό: μια κουβέρτα να μπορούσα να τον τυλίξω ένα κέηκ σοκολάτα να το φάει. Είναι ο μόνος άνθρωπος που τον αποκαλώ "Δάσκαλε!" και η φωνή μου δεν κρύβει ίχνος ειρωνείας, και δεν το κάνω για να νιώσει εκείνος καλά. Το κάνω γιατί υπήρξε Δάσκαλος στη ζωή και τώρα που ξαναβρεθήκαμε, η ατμόσφαιρα της αντάμωσής μας, οι ευχές του, το ότι με αναζήτησε το Πάσχα, η πραγματική χαρά που έκανε όταν του είπα ότι με δέχτηκαν στην Ολλανδία, όλα αυτά δείχνουν ότι δεν θα μπορούσε να είναι ένας άνδρας μικροκαμωμένος, γιατί δεν θα χώραγε στο σώμα του η καρδιά του.
Και πάνω που ζούσα τη στιγμή μου μετά το τηλεφώνημα του Δασκάλου, μου στέλνει ο Ν. ένα μέηλ με θέμα "Ένας υπέροχος άνθρωπος" και λινκ αυτό που είναι τώρα δεύτερο στα λίνκ μου, δίπλα. Ο Ανδρέας Κασσέτας είναι ο καθηγητής φυσικής που θα ήθελα να είχα στο λύκειο. Είναι ένας άνθρωπος που θα ήθελα να τον ξέρω προσωπικά. Είναι, νομίζω, ένας από εκείνους τους ελάχιστους καθηγητές που σε στιγματίζουν και σαν προσωπικότητες Το σάητ είναι σίγουρα ιδιόρρυθμο, αλλά αξίζει τον κόπο να το ξεψαχνίσετε. Πέρα από τα θέματα της φυσικής που αναλύονται, οι φιλοσοφικές προσεγγίσεις του, το αφιέρωμα στον Λένον ή στα ψάρια της Βιστονίδας, ή το ιδιαίτερα συγκινητικό ημερολόγια της χρονιάς, όπου περιγράφει τις σχέσεις με τους μαθητές του, αποκαλύπτουν έναν άνθρωπο με τρομερές ευαισθησίες και πολλά ενδιαφέροντα, έναν άνθρωπο με πάθος και όρεξη.
Ξαναδιάβασα μόλις τώρα τι έγραψα πιο πάνω για τον κύριο Κασσέτα, και αναρωτιώμουν, αν με έκανε να παθιαστώ τόσο μαζί μου από αυτό το σάητ, πόσο θα με συνάρπαζε αν τον γνώριζα από κοντά.
Είναι τόσο τυχεροί οι μαθητές που συναντούν στην πορεία τους τέτοιους ανθρώπους, σαν τον Μ.Σ., σαν τον Ανδρέα Κασσέτα. Εγώ συνάντησα ακόμη έναν μαθηματικό στο λύκειο, με διαπεραστικά γαλάζια μάτια, με το γραφείο του απομονωμένο στο ισόγειο, ενώ όλων των άλλων καθηγητών ήταν στον όροφο, με μια απίστευτα σίγουρη και ήρεμη φωνή, με αρχικά Δ.Μ., ο οποίος πέρα από το μάθημα ήταν μονίμως αφηρημένος, ξεχνούσε το σέηκερ με τον καφέ πάνω στην οροφή του αυτοκινήτου και ξεκινούσε να οδηγεί. Ήταν ο μόνος μαθηματικός που με έκανε να νιώσω άσχημα που φοβόμουν τα μαθηματικά και εκείνες τις δυο χρονιές, χάρη στην ανάγκη μου να μην τον απογοητεύσω, έμαθα λιγάκι τριγωνομετρία Τελειώνοντας το σχολείο, δυο χρόνια μετά, τον συνάντησα στο Γκάζι, στο φεστιβάλ τζαζ. Τι άτομο..
Βέβαια, ακόμη και άνθρωποι που σε εμπνέουν λίίίίίγάκι κάνουν διαφορά, κάνουν τη ζωή σου πιο εύκολη, κάνουν τη διδακτική ώρα να περνάει πιο γρήγορα. Ο Π.Δ., ο φυσικός στο φροντιστήριο, που τον συνάντησα μετά σε ένα Rockwave, έκανε εμένα και την Δανάη με τα μακριά μωβ μαλλιά να συγκεντρωνόμαστε σε ό,τι έλεγε, αλλά δεν αργούσε να καταλάβει ότι κοιτούσαμε τα πράσινα μάτια του και όχι το στόμα του για να εμπεδώσουμε αυτό που έλεγε, μας πείραζε γι' αυτό διακριτικά και ξαναπέφταμε με τα μούτρα στις ασκήσεις. Έβαζε στίχους των Νιρβάνα ή του Καζαντζάκη στην κάτω (δεξιά, νομίζω) γωνία των φυλλαδίων με τις ασκήσεις και μας έπαιρνε mars από τον αυτόματο πωλητή όταν τα πηγαίναμε καλά στα διαγωνίσματα Ορεξάτος, πολύ ζωντανός, αλλά δεν χάριζε κάστανα όποτε χαλαρώναμε :/
Ο Μ., δεν ξέρω το επίθετό του, που μου έκανε γραμμικό σχέδιο στον Πλάκα, με φώναζε "Σπίνο" (λόγω των μικροσκοπικών μου διαστάσεων), με ενθάρρυνε διαρκώς και μου έδινε πάντα πιο δύσκολα σχέδια από των υπολοίπων, τα οποία ένιωθα το ηθικό χρέος να τα φέρνω εις πέρας. Δεν άφηνε άλλα παιδάκια να κάθονται κοντά μου από ένα σημείο και μετά, γιατί είχα το "ταλέντο" να μιλάω και να σχεδιάζω ταυτόχρονα, ενώ οι περισσότεροι άνθρωποι απλά μιλάνε και δεν σχεδιάζουν και έτσι έριχνα όλους τους γύρω μου στον όλεθρο άθελά μου, μειώνοντας την αποδοτικότητά τους κατακόρυφα, διατηρώντας σταθερή τη δική μου. Ο Μ. δεν μου θύμωνε γι' αυτό και πολλές φορές ερχόταν εκείνος και καθόταν δίπλα μου, όταν είχε λίγο χρόνο, για να έχω κάποιον να μιλάω.
Είναι πολύ περίεργο που δεν έχω καμία αγαπημένη φιλόλογο. Τρομερά περίεργο, αν σκεφτεί κανείς ότι και στην αρχιτεκτονική δεν με πέρασαν τα μαθηματικά, αλλά η έκθεση. Ίσως, βέβαια, ακριβώς επειδή ποτέ δεν ήθελα να γράφω με τις νόρμες που επέβαλε η προκάτ έκθεση των πανελληνίων, οι φιλόλογοι πάντα με καταπίεζαν λιγάκι. Αν και, τώρα που το σκέφτομαι, αυτό δεν ισχύει, γιατί πάντα έγραφα με τον τρόπο μου, και πάντα έπιανε, δεν με είχε αναγκάσει κανείς να αλλάξω το στυλ μου. Μπορεί να φταίει το ότι δεν συνάντησα καμία χαρισματική φιλόλογο, που να ένιωθα ότι μπορεί να μου δώσει το κάτι παραπάνω. Χριστέ μου, τις φέρνω μια-μια τώρα στο μυαλό μου και ψάχνω μήπως βρω κανέναν ξεχασμένο θησαυρό και ανακάλυψα έναν άντρα, καθηγητή ιστορίας, ο οποίος ήταν πιο βαρετός από όλες τις γυναίκες του κόσμου μαζί.
Φαντάζομαι ότι για τους άντρες είναι πιο δύσκολο να παραδεχτούν ότι έχουν ανάγκη από μέντορες. (Είχε το V Men νομίζω ένα σχετικό θέμα με μέντορες την περασμένη Κυριακή.). Είναι θέμα εγωισμού και ανάγκης να αποδείξουν στον εαυτό τους ότι είναι αυτάρκεις και αν είναι δυνατόν, και οι καλύτεροι. Ίσως.. Δεν ξέρω πως λειτουργούν γενικά οι γυναίκες σε αυτό το θέμα, αλλά εγώ πάντα θα αποζητώ να έχω γύρω μου άτομα που μπορούν να μου μάθουν καινούρια πράγματα, να με βοηθήσουν να γίνω καλύτερη, να μου ανοίξουν μια νέα οπτική. Νομίζω ότι δεν χάνεις ποτέ έχοντας τα αυτιά σου ανοιχτά, αν παραμένουν καθαρά βέβαια και τα φίλτρα του μυαλού και δεν τα κρατάς όλα χωρίς να κρίνεις.
(το είπα ότι θα είναι ό,τι να 'ναι ανάρτηση)

Παρασκευή, 2 Απριλίου 2010

Χθες ήταν μια ουδέτερη μέρα με μια ελαφριά μελαγχολία, κυριευμένη από τη σκέψη ότι "ήταν η τελευταία φορά που υπήρξαμε όλοι μαζί στο ίδιο σπίτι σαν οικογένεια". Έμεινα στο κρεβάτι αρκετή ώρα αφότου ξύπνησα, σάπισα αρκετή ώρα στο ίντερνετ διαβάζοντας μπλογκς και τελικά κατά τις πέντε το απόγευμα έπιασα τον Ρόμπινς, που τον έχω παραμελήσει όσο δεν πάει. Προφανώς με πήρε ο ύπνος, διότι ξύπνησα κάποια στιγμή με το βιβλίο ανοιχτό πάνω στο στέρνο μου και στάση μούμιας. Το πήρα απόφαση, βυθίστηκα στη μελαγχολία μου και άφησα το βιβλίο στην άκρη και αποκοιμήθηκα.
Κατά τις 9 και κάτι με ξύπνησε ένα μήνυμα με πρόταση για ποτό στους 5 Δρόμους. Έκανα κάτι που δεν κάνω σχεδόν ποτέ: ρώτησα αν θα έχει πολύ κόσμο. Εγώ λατρεύω τον κόσμο, τον αγαπώ, θέλω να τον εξερευνώ. Αλλά χθες, δεεεν..
Δεν θα είχε πολύ κόσμο. Μπήκα να κάνω ένα ντουζ, να συνέλθω, και βλέπω μέσα στην μπανιέρα την τεράστια πήλινη γλάστρα με τον πανάρχαιο φίκο Μπέντζαμιν. Αδυνατώ να επιλέξω τρόπο αντίδρασης. Τηλεφωνώ στους γονείς μου, που ήταν σε οικογενειακούς φίλους. Οι απαντήσεις που πήρα, σχετικά με το τι να κάνω με τον φίκο ήταν: 1.γέλια, 2. κι άλλα γέλια, 3."πρόσεχε, γιατί είναι αρσενικός", 4. "τύλιξέ τον με την κουρτίνα οτυ μπάνιου γιατί κάνεις μπάνιο με 80 βαθμών νερών εσύ και θα καεί το φυτό. Τελικά, σήκωσα την πήλινη γλάστρα με τον φίκο, που πρέπει να ζύγιζε περίπου τέσσερις τόνους, και έκανα ντουζ σαν άνθρωπος.
Επειδή είχα αργήσει, πήρα ένα ταξί να πάω στον προορισμό μου. Και φυσικά, σε όποιον ταξιτζή μπαίνω εγώ, ξεχνάει κι αυτά που ήξερε, και όχι επειδή είμαι θεά, αλλά επειδή εκπέμπω κάποιου είδους ηλεκτρομαγνητικά κύματα. Αυτό το ξέρουμε σίγουρα, γιατί όποτε έμπαινα στο δωμάτιο του αδελφού μου, τον πετούσε από το ίντερνετ. Χανόμαστε, λοιπόν, και ο ταξιτζής μου λέει να επικαλεστώ την θεά Αθηνά. Την επικαλούμαι. Με βλέπει δεκτική και αποφασίζει να μου εξηγήσει όλο το δωδεκάθεο και γιατί πιστεύει σε αυτό. Μου αναφέρει ότι δεν υπάρχει η έννοια της αμαρτίας, πείθομαι, παρ' όλα αυτά οι 5 δρόμοι πουθενά. Τηλεφωνώ στον Α.. Διασκεδάζει λιγάκι που πάάάάάάλι χάθηκα. Κατεβαίνω πλατεία Εξαρχείων, ο καλός ταξιτζής μου παίρνει δυο ευρώ λιγότερα απ 'οτι έγραφε το ταξίμετρο, διότι κάναμε κύκλους. Με μαζεύει ο Α., επιτέλους βρίσκομαι σε ένα φιλόξενο τραπέζι με ρακόμελο. Του καταστρέφω την ψυχολογία για λίγο, αναφέροντας το "ήταν η τελευταία φορά που υπήρξαμε όλοι μαζί στο ίδιο σπίτι σαν οικογένεια", γνωρίζω τον παιδικό του φίλο Κ. και την κοπέλα του Ε. και μετά από λίγο έρχεται και ο Σ.. Ακολουθεί μια πολύ απολαυστική συζήτηση σχετικά με τις πέντε ερωτήσεις που προσδιορίζουν αν κάποιος ανήκει στη γενιά '80-'86. Τρεις χάριτες, Μάικλ Τζόρνταν, Ρουκ Ζουκ, Λάιον Κινγκ, Τιτανικός και Λεονάρντο ντι κάπριο, Κιτ, ο Ιππότης της ασφάλτου, Hemo και carnation.. Ακολουθούν μερικές ιστορίες από παιδικά ατυχήματα δικά μας, φίλων, αδελφών, γνωστών. Η χαμένη παιδικότητα.
Αποφασίζουμε να συνεχίσουμε για ένα ποτό στο Αλεξανδρινό. Η Ε. δεν ένιωθε καλά και πήγε για ύπνο. Στο δρόμο συζητούσαμε τι υπερδυνάμεις θα θέλαμε να έχουμε. Ήμουν η μόνη που θα ήθελε να πετάει, ενώ πολύς λόγος έγινε για το αν θα ήταν καλύτερα να είσαι αόρατος ή αόρατος και άυλος. Αποφασίσαμε ότι το να σταματάς το χρόνο είναι επίσης καλή ιδέα και το να είσαι αθάνατος βρήκε τον Κ. θερμό υποστηρικτή, κι εμένα κάθετα αντίθετη, διότι όταν εκλείπει η έννοια του τέλους, δεν έχεις πλέον και ανάγκη για έκφραση και δημιουργία.
Στο Αλεξανδρινό η κουβέντα συνεχίστηκε με ιστορίες για φαντάσματα, παιδικά ψέματα, όνειρα, εφιάλτες και στοιχειωμένα σπίτια, μέχρι που κατά τις δυόμιση ήμασταν το μόνο τραπέζι που είχε απομείνει γεμάτο, όλες οι καρέκλες γύρω μας είχαν αναποδογυριστεί στα τραπέζια και αποφασίστηκε ότι είχε έρθει η ώρα μας να φύγουμε.
Πήρα ακόμη ένα σουρεάλ ταξί με έναν ινδό οδηγό που φορούσε το χαρακτηριστικό μαντήλι τυλιγμένο στο κεφάλι του και είχε γενειάδα φακίρη, αλλά με ρώτησε με άπταιστα ελληνικά "από Ακαρνών ή Λιοσίων;". Και παρότι πεθαίνω για κουβέντα με ταξιτζήδες και πάντα συμφωνώ με ότι λένε και υπερθεματίζω (80 στις 100 φορές όχι μόνο διαφωνώ, αλλά με κάνουν και έξαλλη από μέσα μου, αλλά δεν μπορώ να τους αλλάξω κοσμοθεωρία σε 20' οπότε το διασκεδάζω), ο συγκεκριμένος είχα πειστεί ότι αποπνέει μια πνευματικότητα και απλώς τον χάζευα να οδηγεί.
Έφτασα σπίτι με πολύ καλύτερη διάθεση απ' ότι όταν έφυγα και κοιμήθηκα βλέποντας πολύ περίεργα όνειρα, πράγμα που δεν μου έκανε καμία εντύπωση μετά από τόσες ιστορίες.
(Ο πίνακας του Pino, κολλάει στο κομμάτι με τα όνειρα :) )