Σήμερα έχουν γενέθλια ο αδελφός μου και η γιαγιά μου. Ο ένας κλείνει τα 23 και η άλλη, αν δεν απατώμαι, τα 75. Ο μεν φρόντισε να περάσει τα γενέθλιά του στην Ισπανία, σε μια παιδική του φίλη, που κάνει εκεί Εράσμους. Η δε, έμεινε σπίτι, αναρρώνοντας από μια μικροεπέμβαση στο χέρι και από ένα πέσιμο στο μπαλκόνι. Η μαμά της έφτιαξε μηλόπιτα και πήγαμε από εκεί να της ευχηθούμε. Είναι καταπληκτικό πώς κάποιοι ηλικιωμένοι έχουν τόση όρεξη για ζωή. Δηλαδή τόση όρεξη να σου σπάσουν τα νεύρα. Η "γλυκύτατη" γιαγιά μου αποφάσισε να μου πει πόσο πολύ χάρηκε που έβαψα τα μαλλιά μου πάλι στο φυσικό μου. Το τόνισε ιδιαιτέρως Το είπε και το ξαναείπε. Ως εδώ καλά. Μετά όμως αποφάσισε να μου πει και πόσο απεχθής (δεν είπε "απεχθής", είπαμε, είναι και Γερμανίδα) ήμουν με τα πορτοκαλί μαλλιά πριν. Ότι ήταν σαν στάχυα, ότι ήμουν σαν τσόκαρο (αυτό το είπε έτσι, την έχει μάθει την έκφραση) κλπ. Παρ' όλα αυτά, έχω βρει έναν τρόπο να μην συγχύζομαι με αυτές τις εκδηλώσεις. Και ο τρόπος αυτός είναι να φέρνω στο μυαλό μου τη Ναφθαλίνη. Η Ναφθαλίνη είναι μια απίθανη τύπισσα, ηρωίδα μιας σειράς παιδικών βιβλίων που είχαμε, η οποία είναι λίγο υστερική και νευρική έως νευρόσπαστη και της οποίας μόνιμος στόχος είναι να καταφέρει να γίνει "καλή και γλυκιά σαν ζωγραφιά". Το καταφέρνει μόλις στην τελευταία σελίδα κάθε βιβλίου και στο επόμενο πάλι τα ίδια. Αλλά αυτή η ταύτιση των νεύρων μου με τη Ναφθαλίνη είναι σχεδόν ψυχοθεραπευτική Τώρα, βέβαια, που αναρωτιέμαι που είναι τα παιδικά μας βιβλία ("η αδελφή μου η Κλάρα", για παράδειγμα) και ξυπνά πάλι μέσα μου η υποψία ότι έχουν χαριστεί σε ξαδελφάκια-ανηψάκια, πάλι κάπως αναστατώνομαι. ..Ανασούλες..
Χθες είχαμε μπάρμπεκιου στην ταράτσα. "Είχαμε", τρόπος του λέγειν.. Οι γονείς μου είχαν καλέσει δυο ζευγάρια φίλων, των οποίων τα παιδιά είναι στην ηλικία του αδελφού μου και λίγο μικρότερα. Αυτά τα δυο ζευγάρια τα ξέρω από όταν ήμουν 7 χρονών. Τους έξι αυτούς ανθρώπους τους έχω μυθοποιήσει και απομυθοποιήσει μαζί με τους γονείς μου με την πάροδο των χρόνων. Τους παρατηρούσα χθες να προσπαθούν να ξορκίσουν την κρίση κάνοντας χαζά αστεία, ή ρίχνοντας πολιτικές ευθύνες ο ένας στην παράταξη του άλλου, ή στήνοντας μικροκαυγαδάκια με τους συζύγους, για να εκτονωθεί η ένταση. Μόνο ο πατέρας μου καθόταν ατάραχος, χαϊδεύοντας το κουνέλι σιωπηλός. Και κάπου εκεί, μεταξύ αποχαύνωσης, κατάθλιψης, και χημικής δίαιτας (γιατί έρχεται και το καλοκαίρι-αυτό τους μάρανε) εμφανίστηκε η Ε., η μικρή κόρη της οικογένειας, η οποία είναι 15. Διάβαζε όλη μέρα μαθηματικά, γιατί είχε εξετάσεις και ήρθε κατά τις δέκα το βράδυ, να φάει μια κρύα μπριζόλα και να ξελαμπικάρει λίγο. Όταν είδα το χαμένο στο διάστημα βλέμμα της (από το διάβασμα) και την απουσία κάθε όρεξης για το οτιδήποτε, κάτι έπαθα. Όταν δε άρχισε να επαναλαμβάνει "έχω πάρα πολύ διάβασμα, πρέπει να γράψω καλά, είναι ο καλός μου καθηγητής", έπαθα κάτι σε deja vu. Και δεν ήταν καλό.
Και βλέποντας τις άσχημες εκφάνσεις του παρελθόντος και του μέλλοντος μου, μου έφυγε κάθε διάθεση για έξοδο (όχι ότι είχα, εδώ που τα λέμε).
Πέρασα την Κυριακή γράφοντας γράμματα σε αγαπημένους και διαβάζοντας αυτό. Το οποίο δεν ήταν μια ιδιαίτερα σοφή απόφαση, καθώς τα ενοχικά σύνδρομα του ήρωα ήρθαν να ανακατευτούν με τα δικά μου, με μόνη φωτεινή λάμψη ως τώρα (σελίδα 67), το γεγονός ότι μπορείς να μετατρέψεις αυτά τα πράγματα σε λογοτεχνία (αν είσαι ο Roth, όχι εγώ. Αλλά αυτό δεν το σκέφτομαι, διότι στην παρούσα φάση δεν θα κάνει τη ζωή ή τη διάθεση μου καλύτερη).
Κυριακή 6 Ιουνίου 2010
Σάββατο 5 Ιουνίου 2010
Πέρα από την πολύ σύντομη χθεσινή μου ανάρτηση, που δίνει, όμως νομίζω το στίγμα της βραδιάς, υπάρχουν ένα-δυο πραγματάκια ακόμη που θα ήθελα να αναφέρω από χθες. Η εταιρία στην οποία δουλεύει ο πατέρας μου, γιορτάζει φέτος τα 250 χρόνια από την ίδρυσή της. Πρόκειται για μια εταιρία που κάνει ελέγχους σε πλοία. Είχαν, λοιπόν, χθες το βράδυ μια εκδήλωση για να τιμήσουν τους καλύτερους πελάτες τους. Ο μπαμπάς μου τα βαριέται αυτά αφόρητα, το ίδιο και η μαμά μου, με αποτέλεσμα τα τελευταία χρόνια να πηγαίνει ασυνόδευτος και να φεύγει πάντα πολύ νωρίς. Αλλά χθες κάπως μπερδεύτηκα και αποφάσισα ότι ήθελα να πάω εγώ μαζί του. Έτσι, για μια αλλαγή παραστάσεων. Αναρωτιόμουν τι θα βάλω και αν το σανδάλι πάει με την τάδε φούστα ή όχι, όταν και οι δύο (οι γονείς μου) έντρομοι διεπίστωσαν ότι δεν είχα ιδέα που πήγαινα και θα φορούσα ό,τι να 'ναι. Φαίνεται ότι τελικά αυτό το "παρτάκι" θα ήταν λίγο πιο επίσημο απ' ότι το φανταζόμουν.. Φόρεσα το φόρεμα το αποκαλούμενο και "μαύρο πέπλο του θανάτου", που έχει όλη την πλάτη έξω (και πάλι καλά είχαμε προλάβει να το πλύνουμε, γιατί και στον Παπακωνσταντίνου αυτό φορούσα-ναι, τα κάνει όλα και συμφέρει), τις σοκολά στρογγυλές γόβες "της ορκωμοσίας", κρεμαστά σκουλαρίκια και αηλάηνερ και πήρα τον μπαμπά αγκαζέ. Και πήγαμε κάπου στη Βουλιαγμένη. Και όταν φτάσαμε κατάλαβα τι γίνεται. Άπειρα πανάκριβα αυτοκίνητα στη σειρά, άπειροι σεκιούριτοι, κοστούμια παντού, πενηντάρες και εξηντάρες με ξώπλατα και φλοράλ μοτίβα να ανεμίζουν και ψηλοτάκουνα πέδιλα οπωσδήποτε. Στην είσοδο όντως κοιτούσαν τις προσκλήσεις και έμαθα ότι υπήρχε κόσμος που έτρεχε μέρες πριν για να εξασφαλίσει μια πρόσκληση (ο μπαμπάς μου με μεγάλη του χαρά θα έδινε τη δική του πρόσκληση όπου να 'ναι, αλλά δυστυχώς έχει φτάσει στην ηλικία εκείνη που σε καλούν παντού χωρίς να θες, ενώ στα νιάτα σου πάντα ήθελες και δεν σε καλούσαν). Με το που κατεβήκαμε στην πισίνα του ξενοδοχείου, δίπλα στη θάλασσα αντίκρισα το εξής παράξενο θέαμα: μια σειρά, σα να χαιρετάνε νύφη και γαμπρό. Και κάτι τέτοιο γινόταν όντως. Χαιρετούσαν τον παλιό και το νέο πρόεδρο της εταιρίας όλοι με τη σειρά. Σουρεάλ. Μετά μπήκαμε στα ενδότερα και ο μπαμπάς άρχισε να με συστήνει σε κόσμο λέγοντας (100 φορές...) την ίδια ατάκα "Μας δεσμεύσατε με την πρόσκληση. Λέγατε κύριος και κυρία Σ.. ενώ το επίθετο της γυναίκας μου είναι Τ.. και αυτή είναι η μόνη Σ.. που βρήκα". Το είπε εκατοντάδες φορές. Σοβαρά. Ευτυχώς σε διαφορετικά άτομα. Οι μισοί στην αρχή πάθαιναν κάτι σαν αποπληξία, γιατί νόμιζαν ότι είμαι "γκομενάκι" (συγχωρείστε μου την έκφραση :Ρ), όποιος όμως κοιτούσε πιο προσεκτικά (δηλαδή οι πάντα κουτσομπόλες γυναίκες τους) αντιλαμβανόταν αμέσως ότι είμαι κόρη του, γιατί είμαστε καρμπόν. Μου δόθηκε πολλές φορές οι ευκαιρία να κάνω επανάληψη στον παρακάτω διάλογο:
-Και τι σπουδάζετε;
-Ω, παρακαλώ, να μου μιλάτε στον ενικό (ελαφρύ προσποιητό κοκκίνισμα)
-Εντάξει, τι σπουδάζεις;
-Αρχιτέκτονας είμαι. Έχω τελειώσει.
-Ωωωωω!! (νομίζω ότι όλων τα παιδιά εκεί μέσα έχουν τελειώσει πολυτεχνείο, οπότε και το ωωω προσποιητό πρέπει να ήταν) Και εργάζεστε κάπου;
-Στον ενικό, παρακαλώ.. Θα φύγω για μεταπτυχιακό στην Ολλανδία τον Αύγουστο. Διετές.
-Και πολύ καλά θα κάνετε! (αυτό με τον ενικό, δεν το εμπέδωσε ποτέ κανείς)
Μετά συνήθως κάνανε ένα-δυο αστεία για τον μπαμπά και τι τυχερός που είναι με τέτοια συνοδό (είπα ότι οι υπόλοιπες ήταν 50-60, ε; Και βαμμένες σαν το πατρινό καρναβάλι), πώς και έχει τόσο μεγάλη κόρη τόσο νέος (30 χρόνια μου σκάει) κλπ κλπ. Και επιτέλους ήρθε η ώρα που περιμέναμε: Να φάμε! Είχε έξι ή εφτά μπουφέ-δες περιμετρικά της πισίνας με άπειρο σολωμό, ψαρικά, γαρίδες, κάτι μικροσκοπικά γλυκάκια, παγωτό μάνγκο (είναι το αγαπημένο μου), κάτι καπνιστά αλλαντικά κλπ κλπ. Σαν γάμος, αλλά στο μινιόν (όλα ήταν μικρογραφίες) και στο πιο καλόγουστο. Η μουσική ήταν Pink Martini, κάποια στιγμή έπαιξε κι έναν Χατζηγιάννη, αλλά τότε φύγαμε, οπότε αδιαφορώ. Κάποια στιγμή, και αφού είχα υπάρξει η κόρη-αγγελούδι-υπόδειγμα-καμάρι αποφάσισα να το σκάσω για λίγο και τότε ο μπαμπάς άρχισε το άλλο αστειάκι "ναι, κάνε καμια βόλτα, μπας και σου βρούμε κανέναν γαμπρό". Τζίζους. Βόλταρα πάνω κάτω, ο μόνος ενδιαφέρον τύπος ήταν ο ναυαγοσώστης, πάνω στον πύργο του, ο οποίος πίστευε ότι είναι τουλάχιστον στο Μαλιμπού και ερχόταν σε απόλυτη αντίθεση με το όλο σκηνικό, ξυπόλυτος, με μαλλί να ανεμίζει, βερμούδα σκισμένη και μαύρισμα. Από άλλο έργο εντελώς. Επίσης Κινέζοι. Πολλοί Κινέζοι. Πάρα πολλοί Κινέζοι και Κινέζες. Οι οποίοι είναι όλοι απροσδιόριστης ηλικίας. Και κάπου κάτω από κάτι δέντρα, δυο παλικαράκια που στρίβανε τσιγάρα. Ασύλληπτο Ούτε χρυσή ταμπακιέρα, ούτε ζίπο? Ούτε πούρο? Στριφτά; Έκανα μια μεγαλοπρεπέστατη τράκα, χρησιμοποιώντας την γελοία ατάκα "με συγχωρείτε, επειδή συνοδεύομαι από τον μπαμπά μου και δεν μπορώ να καπνίσω στο τραπέζι, να σας πάρω ένα τσιγάρο;". Μου δώσανε. Συζητήσαμε λίγο με τους νεαρούς ναυπηγούς, τους οποίους τους είχε στείλει η εταιρία με το ζόρι σαν αντιπροσώπους, περί κρίσης, ναυτιλίας και αρχιτεκτονικής και μετά γύρισα στον μπαμπά και του ανακοίνωσα ότι το πάρτι έχει και νεολαία, απλώς κρύβεται. Μου είπε ότι φαντάζομαι πράγματα "καημένο παιδί" και εξεπλάγη ιδιαίτερα όταν χαιρέτησα τους δύο νεαρούς ( σε σύγκριση με τους υπόλοιπους, πάντα) όταν φύγαμε. Πάντως είχε και αρκετά νεαρά ζευγάρια Άγγλων, κάτω από 40 ετών (πρόκειται για αγγλική εταιρία), αλλά οι Έλληνες όλοι είχανε το βάρος της πείρας να τους γέρνει τους ώμους.
Ύστερα, είδαμε ένα κότερο να φεύγει στο βάθος και ο μπαμπάς έκανε το τελευταίο αστειάκι της βραδιάς "Α!! Έφυγε ο γαμπρός! Κολύμπα κολύμπα, τρέχα!".
Ύστερα από έναν δεύτερο κύκλο χαιρετούρας, όπου με υπομονή συνέχισα να είμαι κάτι μεταξύ "μικρής πριγκίπισσας", κούκλας βιτρίνας, και θηλυκής έκδοσης του πατέρα μου, αποχωρίσαμε. Και εγώ αποβιβάστηκα στο Μοναστηράκι, όπου βρήκα τις Α. και Σ., και πήγαμε στο Καντίνα Σοσιάλ, κι εγώ ήμουν σίγουρα όβερντρεσντ για την περίσταση, αλλά δεν βαριέσαι.. Ήρθε και η Κ., ήπιαμε από δυο κοκτέηλ και εγώ (που όλη αυτή την ώρα φορούσα τακούνια) τα 'παιξα και πήγα για ύπνο, ενώ οι τρεις του κατευθύνθηκαν προς το άγνωστο (κάπου στο γκάζι, παρ' όλα αυτά), να κλείσουν τη βραδιά.
-Και τι σπουδάζετε;
-Ω, παρακαλώ, να μου μιλάτε στον ενικό (ελαφρύ προσποιητό κοκκίνισμα)
-Εντάξει, τι σπουδάζεις;
-Αρχιτέκτονας είμαι. Έχω τελειώσει.
-Ωωωωω!! (νομίζω ότι όλων τα παιδιά εκεί μέσα έχουν τελειώσει πολυτεχνείο, οπότε και το ωωω προσποιητό πρέπει να ήταν) Και εργάζεστε κάπου;
-Στον ενικό, παρακαλώ.. Θα φύγω για μεταπτυχιακό στην Ολλανδία τον Αύγουστο. Διετές.
-Και πολύ καλά θα κάνετε! (αυτό με τον ενικό, δεν το εμπέδωσε ποτέ κανείς)
Μετά συνήθως κάνανε ένα-δυο αστεία για τον μπαμπά και τι τυχερός που είναι με τέτοια συνοδό (είπα ότι οι υπόλοιπες ήταν 50-60, ε; Και βαμμένες σαν το πατρινό καρναβάλι), πώς και έχει τόσο μεγάλη κόρη τόσο νέος (30 χρόνια μου σκάει) κλπ κλπ. Και επιτέλους ήρθε η ώρα που περιμέναμε: Να φάμε! Είχε έξι ή εφτά μπουφέ-δες περιμετρικά της πισίνας με άπειρο σολωμό, ψαρικά, γαρίδες, κάτι μικροσκοπικά γλυκάκια, παγωτό μάνγκο (είναι το αγαπημένο μου), κάτι καπνιστά αλλαντικά κλπ κλπ. Σαν γάμος, αλλά στο μινιόν (όλα ήταν μικρογραφίες) και στο πιο καλόγουστο. Η μουσική ήταν Pink Martini, κάποια στιγμή έπαιξε κι έναν Χατζηγιάννη, αλλά τότε φύγαμε, οπότε αδιαφορώ. Κάποια στιγμή, και αφού είχα υπάρξει η κόρη-αγγελούδι-υπόδειγμα-καμάρι αποφάσισα να το σκάσω για λίγο και τότε ο μπαμπάς άρχισε το άλλο αστειάκι "ναι, κάνε καμια βόλτα, μπας και σου βρούμε κανέναν γαμπρό". Τζίζους. Βόλταρα πάνω κάτω, ο μόνος ενδιαφέρον τύπος ήταν ο ναυαγοσώστης, πάνω στον πύργο του, ο οποίος πίστευε ότι είναι τουλάχιστον στο Μαλιμπού και ερχόταν σε απόλυτη αντίθεση με το όλο σκηνικό, ξυπόλυτος, με μαλλί να ανεμίζει, βερμούδα σκισμένη και μαύρισμα. Από άλλο έργο εντελώς. Επίσης Κινέζοι. Πολλοί Κινέζοι. Πάρα πολλοί Κινέζοι και Κινέζες. Οι οποίοι είναι όλοι απροσδιόριστης ηλικίας. Και κάπου κάτω από κάτι δέντρα, δυο παλικαράκια που στρίβανε τσιγάρα. Ασύλληπτο Ούτε χρυσή ταμπακιέρα, ούτε ζίπο? Ούτε πούρο? Στριφτά; Έκανα μια μεγαλοπρεπέστατη τράκα, χρησιμοποιώντας την γελοία ατάκα "με συγχωρείτε, επειδή συνοδεύομαι από τον μπαμπά μου και δεν μπορώ να καπνίσω στο τραπέζι, να σας πάρω ένα τσιγάρο;". Μου δώσανε. Συζητήσαμε λίγο με τους νεαρούς ναυπηγούς, τους οποίους τους είχε στείλει η εταιρία με το ζόρι σαν αντιπροσώπους, περί κρίσης, ναυτιλίας και αρχιτεκτονικής και μετά γύρισα στον μπαμπά και του ανακοίνωσα ότι το πάρτι έχει και νεολαία, απλώς κρύβεται. Μου είπε ότι φαντάζομαι πράγματα "καημένο παιδί" και εξεπλάγη ιδιαίτερα όταν χαιρέτησα τους δύο νεαρούς ( σε σύγκριση με τους υπόλοιπους, πάντα) όταν φύγαμε. Πάντως είχε και αρκετά νεαρά ζευγάρια Άγγλων, κάτω από 40 ετών (πρόκειται για αγγλική εταιρία), αλλά οι Έλληνες όλοι είχανε το βάρος της πείρας να τους γέρνει τους ώμους.
Ύστερα, είδαμε ένα κότερο να φεύγει στο βάθος και ο μπαμπάς έκανε το τελευταίο αστειάκι της βραδιάς "Α!! Έφυγε ο γαμπρός! Κολύμπα κολύμπα, τρέχα!".
Ύστερα από έναν δεύτερο κύκλο χαιρετούρας, όπου με υπομονή συνέχισα να είμαι κάτι μεταξύ "μικρής πριγκίπισσας", κούκλας βιτρίνας, και θηλυκής έκδοσης του πατέρα μου, αποχωρίσαμε. Και εγώ αποβιβάστηκα στο Μοναστηράκι, όπου βρήκα τις Α. και Σ., και πήγαμε στο Καντίνα Σοσιάλ, κι εγώ ήμουν σίγουρα όβερντρεσντ για την περίσταση, αλλά δεν βαριέσαι.. Ήρθε και η Κ., ήπιαμε από δυο κοκτέηλ και εγώ (που όλη αυτή την ώρα φορούσα τακούνια) τα 'παιξα και πήγα για ύπνο, ενώ οι τρεις του κατευθύνθηκαν προς το άγνωστο (κάπου στο γκάζι, παρ' όλα αυτά), να κλείσουν τη βραδιά.
Παρασκευή 4 Ιουνίου 2010
Πέμπτη 3 Ιουνίου 2010
Παρ' ότι στο Π.Ν.Δ. (Πείνα-Νύστα-Διάθεση) έβαλα πριν από λίγο 298, θα γράψω πώς πέρασα σήμερα, διότι έτσι είμαι εγώ, εκτός από εμμονική σχέση με την Α., έχω εμμονή και με την καταγραφή και το πληκτρολόγιο Το πρωινό μου ήταν απλώς κακό, γιατί το βράδυ επιχείρησα να κοιμηθώ με ανοιχτή μπαλκονόπορτα, έχοντας ξεχάσει ότι μένω δίπλα στην εθνική οδό και έχει άπειρο θόρυβο. Έτσι στην πραγματικότητα δεν κοιμήθηκα παρά στις 9 το πρωί και 9 με 12 που κοιμήθηκα έβλεπα κάτι περίεργα όνειρα όπου άτομα μεταμορφώνονταν σε άλλα άτομα και ξέρω πολύ καλά τι εξυπνάδες θα έλεγε ο Φρόυντ γι' αυτό, αλλά τον αγνοώ επιδεικτικά. Ύστερα Ολλανδικά στη μισή οθόνη και στην άλλη μισή να παίζει στο mute το "je t' aime, moi non plus". Κι αργότερα πρόσκληση για θερινό από τον Α. (παλιός, καινούριος, δεν ξέρω, πάντως ήταν ο Α. στο τηλέφωνο). Πήγαμε οι δυο μας στη "Δεξαμενή", στο Κολωνάκι, μιας που η καλή του και η αδελφή του μας "σνόμπαραν" (αν και η Μ. με ενημέρωσε ότι φυλάει το λαχανί μου αναπτήρα, οπότε συγχωρείται) και είδαμε αυτό, έχοντας σαν σάουντρακ στο βάθος τη μουσική από το πάρτι ταράτσας παρακείμενου ξενοδοχείου, πράγμα που προκάλεσε αρκετές φορές γέλιο, όταν η καημένη η Κοκό περνούσε από κρεβάτι σε κρεβάτι και τρυπιώταν με τις καρφίτσες και ακουγόταν το "this boots are made for walking" και το "YMCA". Τα κάναμε όλα σωστά: είχαμε μπύρες και ποπ κορν και τραπεζάκι και σακάκια, να μην κρυώνουμε. Σχολιάσαμε όσο και ό,τι έπρεπε και αποφασίσαμε ότι μπορώ στην Ολλανδία να πάρω ένα πόνυ αντί για ποδήλατο. Στην ταινία ακούστηκε η τρομερά σημαδιακή ατάκα (τι υπερβολή..) "όταν μια γυναίκα κόβει τα μαλλιά της, ετοιμάζεται να αλλάξει τη ζωή της" και κοιταχτήκαμε με τον Α., μιας που κουρεύτηκα πριν δυο μέρες (μετά γέλασα λίγο από μέσα μου, κυρίως γιατί κουρεύομαι πολύ συχνά. Βέβαια, εξίσου συχνά αλλάζω τη ζωή μου). Μετά την ταινία είπαμε να πάμε για μια μπύρα στο Jazz n Jazz, δίπλα στο οποίο πολύ προνοητικά είχε παρκάρει ο Α., αλλά ήταν κλειστό, και έτσι καταλήξαμε στο Low Profile, το οποίο ήταν ορθάνοιχτο και φιλόξενο. Ακόμη υποψιάζομαι ότι ο Α. ήθελε να καθίσουμε μέσα, απλώς σεβάστηκε το ότι εγώ εμφανώς ήθελα να καθίσουμε έξω. Εκεί διαλέξαμε τις τρεις καλύτερες χρονιές της ζωής μας ο καθένας και τις κατατάξαμε από την λιγότερο στην περισσότερο καλή. Με χαρά διεπίστωσα ότι οι δικές μου ήταν και με χρονολογική σειρά, από το παρελθόν προς το σήμερα (1999, 2004, 2008). Για τις χρονιές του Α. δεν μπορώ να πω, γιατί αυτά είναι προσωπικά δεδομένα. Γκρινιάξαμε και λίγο, γελάσαμε και λίγο, είπαμε και ιστορίες και μετά νυστάξαμε και ήρθε η ώρα για ύπνο. Υπήρξα κυρία και τον συνόδευσα στην ανηφόρα μέχρι τον Ιππόλυτο κι εκείνος υπήρξε κύριος και με πήγε μέχρι το Σύνταγμα. Τα καλύτερα παιδιά είμαστε :Ρ
(Υ.Γ.1:τώρα αυτό, που κι ο Ν. κι ο αδελφός μου βρίσκονται αυτή τη βδομάδα στην Ισπανία, ο ένας από το Μόναχο, ο άλλος από το Ντέλφ, μη μου πείτε ότι δεν είναι μια σύμπτωση που παίρνει 6,5/10 τουλάχιστον. Επίσης, μην με πείτε παράξενη, αλλά όταν έχεις πάρει απόφαση ότι ο άλλος μένει στο εξωτερικό, αλλά ΕΚΕΙ, δεν σου λείπει τόσο. Αλλά όταν από ΕΚΕΙ πάνε κι αλλού, παραπέρα, ε τότε σου λείπουν περισσότερο.
Υ.Γ.2: δε μ' αρέσει που ο Ταρτούφος είναι μόνος με έναν Ισλανδό)
(Υ.Γ.1:τώρα αυτό, που κι ο Ν. κι ο αδελφός μου βρίσκονται αυτή τη βδομάδα στην Ισπανία, ο ένας από το Μόναχο, ο άλλος από το Ντέλφ, μη μου πείτε ότι δεν είναι μια σύμπτωση που παίρνει 6,5/10 τουλάχιστον. Επίσης, μην με πείτε παράξενη, αλλά όταν έχεις πάρει απόφαση ότι ο άλλος μένει στο εξωτερικό, αλλά ΕΚΕΙ, δεν σου λείπει τόσο. Αλλά όταν από ΕΚΕΙ πάνε κι αλλού, παραπέρα, ε τότε σου λείπουν περισσότερο.
Υ.Γ.2: δε μ' αρέσει που ο Ταρτούφος είναι μόνος με έναν Ισλανδό)
Τετάρτη 2 Ιουνίου 2010
Η Johnny και ο Krassky στο "Je t' aime moi non plus" είναι το ίδιο το καλοκαίρι. Ας το παίξει κάποιο θερινό στην Αθήνα πριν τις 17 Αυγούστου. Υπόσχομαι να τραβήξω όλους μου τους φίλους (καλά, δεν είναι και πολλοί) με το ζόρι, για να μην πέσει έξω ο κύριος σινεματζής. Εντάξει, δεν την λες και ευχάριστη ταινία, αλλά είναι τόσο, μα τόσο όμορφη!Σήμερα υπήρξα συνεπής και έκανα το δεύτερο μάθημα Ολλανδικών και βρήκα και μερικά επίθετα σχετικά με την περιγραφή ατόμων, έτσι, για προσωπική ευχαρίστηση. Δεν τα έμαθα απ' έξω, ξέρω όμως να τα διαβάζω με προφορά που σίγουρα δεν είναι σωστή, αλλά θα την καταλάβαινε ένας Ολλανδός (νομίζω.. υποθέτω.. δηλαδή, μάλλον όχι).
Επίσης, βγήκα με την Α. για καφέ στο Bartessera, η οποία σύντομα θα βρεθεί κάπου λιπόθυμη από εξάντληση. Αν πέσει μπροστά σας, μαζέψτε την και στείλτε μου μέηλ να έρθω να την παραλάβω. Είναι μελαχρινή, ένα εβδομηντακάτι, αδύνατη. Ευχαριστώ.
Στον καφέ ήταν ωραία. Στην Α. άρεσε το νέο, μελαχρινό πλέον, κοντό μαλλί μου (όχι, μετά την είδα τη Jane Birkin, αμέσως να σχολιάσετε.. τσ τσ τσ), πράγμα που δεν περίμενα, και κάπως χάρηκα (vanity..). Μετά τον καφέ δεν ήταν ωραία, διότι ο καπουτσίνο μου χάλασε το στομάχι και μετά είχα (και έχω) αυτή την ανεξήγητη νευρικότητα και απογοήτευση. Αυτό που θες να βρεθεί κάποιος να τον δείρεις. Αλλά δεν έκανα τίποτα τέτοιο (δεν με παίρνει λόγω physique). Έφτιαξα απλώς χαμομήλι. Δεν έπιασε.
[Εκτός από το "Je t' aime, moi non plus"] Καλοκαίρι στην Αθήνα είναι:
τα κουνούπια, το καρπούζι, ο ήχος από την τηλεόραση του γείτονα της απέναντι πολυκατοικίας, οι ξανθές κατσαρίδες, η μυρωδιά από τα ποπ κορν από τα θερινά σινεμά, ο ιδρώτας, οι νυχτερίδες, το αλάτι στο δέρμα και τα μαλλιά, το κρύο λευκό κρασί (γιατί πάει με τα θαλασσινά), τα σανδάλια, η σάρκα έξω, τα εγκαύματα, τα βιβλία με άμμο ανάμεσα στις σελίδες, η ψευδαίσθηση μυρωδιάς από θάλασσα, οι γλάροι (που έρχονται απ' τις χωματερές, αλλά νομίζεις ότι έρχονται από τη θάλασσα),οι Αθηναίοι που καταβρέχουν τις λιγοστές αυλές, τις ταράτσες και τα πεζοδρόμια "για να δροσίσει", τα παιδάκια με χανσαπλαστ στα γόνατα (τρέχουν και παίζουν πιο πολύ-χτυπάνε πιο πολύ-φοράνε σορτσάκια και βλέπουμε τα χάνσαπλαστ), τα άσπρα μούρα στις βατομουριές έξω απ' το δημοτικό μου, οι τουρίστες και τα ψάθινα καπέλα, το (πιο αβίαστο αυτή την εποχή) φλερτ, το ξύπνημα από τη ζέστη, η αϋπνία από τη ζέστη, η αίσθηση ότι "απόψε κάτι θα γίνει και αύριο θα είμαι ευτυχισμένος/η", η ανάγνωση των κυριακάτικων εφημερίδων σε υπαίθρια καφέ, οι ξεθωριασμένες τέντες, η βαριά μυρωδιά των σάπιων λαχανικών μετά τη λαϊκή και η ακόμη πιο έντονη μυρωδιά της ψαραγοράς, τα μικρά κορίτσια που κάνουν τα κεράσια σκουλαρίκια, η αίσθηση ότι θες να αλλάξεις δέρμα σαν τζιτζίκι (ή σαν φίδι, ή σαν καβούρι), οι "Απέναντι" με τον απίστευτο Άρη Ρέτσο, οι "Μάσκες Ηλίου" της Λένας Πλάτωνος, τα αγκάθια από αχινούς από βραδινά μπάνια σε κοντινές παραλίες, που δεν βγαίνουν ποτέ.
Τρίτη 1 Ιουνίου 2010
Χθες, Θανάσης Παπακωνσταντίνου στο θέατρο Πέτρας, με παρέα τις Α. και Κ.. Ήμασταν μαζεμένες κατά τις 8.30, ξεκίνησε στις δέκα. Όση δροσιά χρειαζόταν και κουβέντα, παρακολουθώντας το θέτρο να γεμίζει σιγά-σιγά. Εννοείται ότι πήραμε θέση στην αρένα, μαζί με τα 18 χρονα, από τα οποία είμαστε πολύ πιο παθιασμένες, το λέω με σιγουριά :)
Ο Θανάσης με μια άνεση με το κοινό που ποτέ δεν περίμενα ότι θα αποκτήσει, εμφανώς ευτυχής με όλο αυτό τον κόσμο που είχε συγκεντρωθεί. Ο κουρεμένος πλέον Μυστακίδης, ξανανιωμένος, με ένα τσιγάρο πάντα κολλημένο στα χείλη, η πληθωρική Ματούλα με την υπέροχη φωνή και το χαμόγελο και την ανάσα που κρατούσε για πάντα. Ο Φώτης, αχ ο Φώτης.. (:Ρ), τρομπέτες, κλαρίνα, και άλλα και άλλα δένανε τόσο αρμονικά και οι προβολές στα δυο κάδρα ήταν μια σειρά από τους αγαπημένους μου πίνακες. Ο Χαρούλης, που ήταν στη συναυλία ως θεατής, είπε δυο τραγούδια, και αυτός με το χαμόγελο στα χείλη. Ο Θανάσης μας ανακοίνωσε ότι "το πρόγραμμα κανονικά τώρα τελείωσε.." μετά από δυόμιση ώρες "..αλλά αυτά μερικές φορές είναι απλώς αηδίες!" και έπαιξε άλλη μια ώρα, μέχρι που άρχισαν κάποιοι καθυστερημένοι "ανθυπάνθρωποι" να πετάνε κουτάκια μπύρας στη σκηνή, ένα από τα οποία πέρασε ξυστά από το κεφάλι του Θανάση. Παρ' όλα αυτά, ολοκλήρωσε το τραγούδι ψύχραιμα, χωρίς γκρίνιες και έτσι δεν έγινε κανέναν θέμα. Δεν μου αρέσει και πάρα πολύ η ιδέα ότι αυτή μπορεί να ήταν η τελευταία συναυλία που μοιράστηκα με την Α. για πολύ πολύ καιρό. Αλλά περάσαμε πραγματικά υπέροχα και είναι μια βραδιά που θα είναι πάντα πολύ ωραία ανάμνηση.
(Καλός ο Μπομπ Ντύλαν, αλλά η παρέα ήταν καλύτερη από το ίδιο το λάηβ. Χθες, παρέα και λάηβ ήταν ισάξια και όταν συμβαίνει αυτό είναι απλώς καταπληκτικά).
Επίσης έκανα το πρώτο μάθημα Ολλανδικών. Μα είμαστε τώρα σοβαροί? Είναι τώρα αυτό ορθογραφία;; Άχρηστη είμαι, άχρηστη.. Ακούω Ολλανδικά, καταλαβαίνω, αλλά γράφω Γερμανικά.. Πφφ..
Ο Θανάσης με μια άνεση με το κοινό που ποτέ δεν περίμενα ότι θα αποκτήσει, εμφανώς ευτυχής με όλο αυτό τον κόσμο που είχε συγκεντρωθεί. Ο κουρεμένος πλέον Μυστακίδης, ξανανιωμένος, με ένα τσιγάρο πάντα κολλημένο στα χείλη, η πληθωρική Ματούλα με την υπέροχη φωνή και το χαμόγελο και την ανάσα που κρατούσε για πάντα. Ο Φώτης, αχ ο Φώτης.. (:Ρ), τρομπέτες, κλαρίνα, και άλλα και άλλα δένανε τόσο αρμονικά και οι προβολές στα δυο κάδρα ήταν μια σειρά από τους αγαπημένους μου πίνακες. Ο Χαρούλης, που ήταν στη συναυλία ως θεατής, είπε δυο τραγούδια, και αυτός με το χαμόγελο στα χείλη. Ο Θανάσης μας ανακοίνωσε ότι "το πρόγραμμα κανονικά τώρα τελείωσε.." μετά από δυόμιση ώρες "..αλλά αυτά μερικές φορές είναι απλώς αηδίες!" και έπαιξε άλλη μια ώρα, μέχρι που άρχισαν κάποιοι καθυστερημένοι "ανθυπάνθρωποι" να πετάνε κουτάκια μπύρας στη σκηνή, ένα από τα οποία πέρασε ξυστά από το κεφάλι του Θανάση. Παρ' όλα αυτά, ολοκλήρωσε το τραγούδι ψύχραιμα, χωρίς γκρίνιες και έτσι δεν έγινε κανέναν θέμα. Δεν μου αρέσει και πάρα πολύ η ιδέα ότι αυτή μπορεί να ήταν η τελευταία συναυλία που μοιράστηκα με την Α. για πολύ πολύ καιρό. Αλλά περάσαμε πραγματικά υπέροχα και είναι μια βραδιά που θα είναι πάντα πολύ ωραία ανάμνηση.
(Καλός ο Μπομπ Ντύλαν, αλλά η παρέα ήταν καλύτερη από το ίδιο το λάηβ. Χθες, παρέα και λάηβ ήταν ισάξια και όταν συμβαίνει αυτό είναι απλώς καταπληκτικά).
Επίσης έκανα το πρώτο μάθημα Ολλανδικών. Μα είμαστε τώρα σοβαροί? Είναι τώρα αυτό ορθογραφία;; Άχρηστη είμαι, άχρηστη.. Ακούω Ολλανδικά, καταλαβαίνω, αλλά γράφω Γερμανικά.. Πφφ..
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)